Θεσμικό Πλαίσιο: Αποφάσεις Οργάνων τής Πολιτείας για το επάγγελμα του Ψυχολόγου
 
Καταδικάσθηκε «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ», από Δικαστήριο τής Χώρας [ΠλΚ: 1064/08.04.2011].
 

Ασκήθηκε δίωξη για παράβαση διατάξεων του Αναγκαστικού Νόμου 1565/1939 (ΦΕΚ 16/τ.Α΄/14-01-1939), «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», δηλαδή απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ιδιώνυμο αδίκημα. Με βάση το κατηγορητήριο: “Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούλιο 2005 έως το έτος 2009 ... σφετερίστηκε τον τίτλο του Ιατρού ... ασκούσε παράνομα το ιατρικό επάγγελμα ... εκδίδοντας μάλιστα και σχετικές γνωματεύσεις που περιλαμβάνουν διάγνωση ψυχικής κατάστασης και συμβουλές θεραπείας χωρίς να έχει άδεια από το αρμόδιο Υπουργείο, χωρίς να είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου και χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου... Για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 26, 27 παρ.1, 53, 79 παρ. 1, 2, 111, 112 Α.Ν. 1565/39”.

 
  Κάντε το PSY.GR Πρώτη Σελίδα  
   
 
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Αρχική σελίδα Site Map Επικοινωνία
  Members Only  
Το Θεσμικό Πλαίσιο
Αποφάσεις Οργάνων τής Πολιτείας για το επάγγελμα του Ψυχολόγου
Το Συμβούλιο της Επικρατείας
 
Ημερομηνία Δημοσίευσης: 18 Οκτώβριος 2008
 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, Τμήμα Δ΄, Αριθμός Απόφασης 4026/2008. Υπόθεση: Ε1356/2007, Αίτηση ακυρώσεως, επί αποφάσεως για ανάκληση Άδειας Ασκήσεως του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου. Παρέμβαση υπέρ της Διοικήσεως Άσκησε ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ.

Υπόθεση: Ε1356/2007, Αίτηση ακυρώσεως, επί αποφάσεως για ανάκληση Άδειας Ασκήσεως του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου.

Δεκάδες μέλη τού σωματείου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ», ανήκουν σε αυτήν κατηγορία. Μεταξύ αυτών, και μέλος τού ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ του σωματείου αυτού. Η χαριστική τροπολογία τού έτους 1998 κατέπεσε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ οφείλει να προχωρήσει σε έλεγχο νομιμότητας συγκρότησης τού σωματείου με την επωνυμία «ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΨΥΧΟΛΟΓΩΝ». «Εξ άλλου, η απαιτουμένη πενταετής επαγγελματική απασχόληση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά επαρκή συνθήκη διαφοροποιούσα τις περιπτώσεις των μη κατόχων αναγνωρισμένων ισοτίμων πτυχίων του εξωτερικού, διότι, ειδικώς στο χώρο της υγείας, εν όψει της επιταγής του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, η επαγγελματική πείρα δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο που ασκεί τις σχετικές επαγγελματικές πράξεις, ενώ, περαιτέρω και ειδικώς κατά το μέρος που η επαγγελματική αυτή απασχόληση τοποθετείται στην Ελλάδα σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του ν. 991/1979, η ρύθμιση του νέου άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 991/1979 συνιστά νομιμοποίηση παρανόμων καταστάσεων και δή στο χώρο της υγείας που δημιουργήθηκαν κατά παράβαση των τότε ισχυουσών διατάξεων και είναι και για τον λόγο αυτό αντίθετη προς την αρχή της ισότητος. Εν όψει της κατά τα ανωτέρω αντιθέσεως της ρυθμίσεως του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 991/1979, όπως ισχύει, προς την συνταγματική αρχή της ισότητας, ζήτημα το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η διάταξη αυτή, ως ανίσχυρη, δεν μπορεί να παράσχει νόμιμο έρεισμα στην χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου σε πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν πτυχίο βασικών σπουδών ψυχολογίας αναγνωρισμένο από το ΔΙΚΑΤΣΑ ως ισότιμο και αντίστοιχο με τα χορηγούμενα από τα Τμήματα Ψυχολογίας των ελληνικών ΑΕΙ».

Αριθμός  καταθέσεως:

Ε1356/2007

Αίτηση ακυρώσεως

Αιτών:

Ανωνυμοποιημένο

Καθ΄ Ού:

ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ Ανωνυμοποιημένο

Παρεμβαίνων υπέρ τής Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως που ανεκάλεσε την Άδεια Ασκήσεως του Επαγγέλματος του Ψυχολόγου:

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Αποτέλεσμα:

Συζήτηση (Α 4026/31-12-2008) 

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 5 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2010

16

Αρ. Πρωτ.:

ΕΠ3937/23.04.2009 Κατηγορία: Διαβιβαστικό αποδεικτικών

Εκδότης :

ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ *****
17

Αρ. Πρωτ.:

 Π6669/21.09.2009

Κατηγορία: Λοιπές αιτήσεις Υποβολής Παραιτήσεων και κάθε είδους Δηλώσεων και Αιτήσεων

Αιτών :

****** ****** 
18
Αρ. Πρωτ.: Π701/01.02.2010 Κατηγορία: Αίτηση παραιτήσεως

Αιτών :

****** ****** 
19
Αρ. Πρωτ.: ΠΠ163/05.02.2010 Κατηγορία: Πρακτικό παραιτήσεως παρουσία προέδρου

Εκδότης :

Ολομέλεια

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 27 ΜΑΡΤΙΟΥ 2009

Παρακολούθηση υπόθεσης

ΑΠΟΦΑΣΗ:

                                                                       Δικάσιμος (Στην ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ)

09/10/2009

Αναβολή για την

05/02/2010

Πληροφορίες υπόθεσης
Αρ. κατ.: Ε1356/2007 Αίτηση ακυρώσεως
Αιτών: ****** ****** *
Καθ'ού: ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ******
Παρεμβαίνων: ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ

Κατάσταση υπόθεσης
Τμήμα: Ολομέλεια Σύνθεση: Ολομέλεια Ημ/νία εισαγωγής: 09/03/09
Εισηγητής: Νίκα Ευαγγελία Ν. Δικάσιμος: 09/10/09
Βοηθός εισηγητή: Μαρκόπουλος Νικόλαος Κ. - Εισηγητής Αρ. αναβολών: 0
Αποτέλεσμα: (Προσωρινό)

Αποτελέσματα δικασίμου
A/A Τμήμα Σύνθεση Εισηγητής Βοηθός εισηγητή Αποτέλεσμα
1 Δ Πενταμελής Νίκα Ευαγγελία Ν. Μαρκόπουλος Νικόλαος Αναβολή για την 19/2/2008
2 Δ Πενταμελής Νίκα Ευαγγελία Ν. Μαρκόπουλος Νικόλαος Συζήτηση (Α 4026/31-12-2008)->Ολ
3 Ολ Ολομέλεια Νίκα Ευαγγελία Ν. Μαρκόπουλος Νικόλαος

Σχετικά έγγραφα
1
Αρ. Πρωτ.: Ε1356/23.02.2007 Κατηγορία: Αίτηση ακυρώσεως
Αιτών : ****** ****** 
Καθ΄ου : ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ******
2
Αρ. Πρωτ.: ΧΔ219/05.03.2007 Κατηγορία: Πράξη προσδιορισμού Δ' Τμήματος
Εκδότης : Δ' Τμήμα
3
Αρ. Πρωτ.: ΧΔ220/05.03.2007 Κατηγορία: Αποδεικτικό κοινοποίησης Δ' Τμήματος
Εκδότης : Δ' Τμήμα
4
Αρ. Πρωτ.: ΧΔ221/05.03.2007 Κατηγορία: Διαβιβαστικό κοινοποίησης πράξης/αποφάσεως Δ' Τμήματος
Εκδότης : Δ' Τμήμα
5
Αρ. Πρωτ.: ΕΠ2686/15.03.2007 Κατηγορία: Διαβιβαστικό παραλαβής σχετικών διοίκησης
Εκδότης : ΥΠ ΥΓΕΙΑΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ & ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ
6
Αρ. Πρωτ.: ΕΠ2705/15.03.2007 Κατηγορία: Διαβιβαστικό παραλαβής σχετικών διοίκησης
Εκδότης : ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ******
7
Αρ. Πρωτ.: ΕΠ3145/27.03.2007 Κατηγορία: Διαβιβαστικό αποδεικτικών
Εκδότης : ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ ******
8
Αρ. Πρωτ.: ΕΛ931/02.11.2007 Κατηγορία: Παρέμβαση
Αιτών : ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
9
Αρ. Πρωτ.: Π6730/06.11.2007 Κατηγορία: Πληρεξούσιο (με αρ. πρωτοκόλλου αιτήσεων και παραιτήσεων)
Αιτών : ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, ΔΙΚ.
10
Αρ. Πρωτ.: ΕΛ991/15.11.2007 Κατηγορία: Δικόγραφο πρόσθετων λόγων
Αιτών : ****** ****** 
11
Αρ. Πρωτ.: Α4026/31.12.2008 Κατηγορία: Απόφαση
Εκδότης : Δ' Τμήμα
Αιτών : ****** ****** 
Καθ΄ου : ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ******
12
Αρ. Πρωτ.: ΧΔ1622/09.03.2009 Κατηγορία: Αποδεικτικό κοινοποίησης Δ' Τμήματος
Εκδότης : Δ' Τμήμα
13
Αρ. Πρωτ.: ΧΟ122/19.03.2009 Κατηγορία: Πράξη προέδρου Ολομέλειας
Εκδότης : Ολομέλεια
14
Αρ. Πρωτ.: Χ1047/20.03.2009 Κατηγορία: Αποδεικτικό κοινοποίησης
Εκδότης : Ολομέλεια
15
Αρ. Πρωτ.: Χ1048/20.03.2009 Κατηγορία: Διαβιβαστικό κοινοποίησης πράξης/αποφάσεως
Εκδότης : Ολομέλεια

Κείμενο απόφασης

Ν.Σ. (Δ)
-1-
Αριθμός 4026/2008

Αριθμός 4026/2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2008, με την εξής σύνθεση: Μ. Βροντάκης, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος, Ε. Νίκα, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Χ. Μπολόφη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ρίπη.

Για να δικάσει την από 23 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση:
της ****** ****** ******, κατοίκου ****** ****** Αττικής (****** 14), η οποία παρέστη με τους δικηγόρους: 1) ****** ****** (Α.Μ. ******) και 2) ****** ****** (Α.Μ. ******), που τους διόρισε στο ακροατήριο,

κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ******, η οποία δεν παρέστη,

και κατά του παρεμβαίνοντος Συλλόγου με την επωνυμία «Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος», που εδρεύει στην Αθήνα (Τζώρτζ 10, Πλατεία Κάνιγγος), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Πέτρο Μηλιαράκη (Α.Μ. 6376), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 3646/10.1.2007 απόφαση του Αντινομάρχη ******.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τους πληρεξουσίους της αιτούσας, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του παρεμβαίνοντος Συλλόγου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ   μ ε λ έ τ η σ ε     τ α    σ χ ε τ ι κ ά    έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε   κ α τ ά   τ ο   Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 831142 και 1881099/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Eπειδή, με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. 3646/10.1.2007 αποφάσεως του Αντινομάρχη ******, με την οποία ανακλήθηκε η υπ’ αριθμ. 4124/18.10.1999 απόφαση του βοηθού Νομάρχη ******. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε χορηγηθεί στην αιτούσα άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του Ψυχολόγου.

3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της προσβαλλομένης πράξεως το Σωματείο «Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος», στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 2 παρ. 10 του Καταστατικού του, η προστασία των οικονομικών, κοινωνικών, επαγγελματικών και επιστημονικών δικαιωμάτων και συμφερόντων όσων κατέχουν άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος Ψυχολόγου στην Ελλάδα. Όμως, όπως προκύπτει από το άρθρο 5 του ιδίου Καταστατικού, για την εγγραφή ως μελών του εν λόγω Σωματείου προσώπων που έχουν πραγματοποιήσει σπουδές ψυχολογίας στην αλλοδαπή, απαιτείται, επιπροσθέτως προς την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου, και πράξη αναγνωρίσεως από το ΔΙΚΑΤΣΑ της ισοτιμίας και αντιστοιχίας των τίτλων τους προς τους απονεμομένους από τα ελληνικά πανεπιστήμια. Εν όψει της προϋποθέσεως αυτής εγγραφής των μελών του και, περαιτέρω, των μέσω αυτής εκφραζομένων απόψεών τους για τους όρους κτήσεως της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου, το εν λόγω Σωματείο μετ’ εννόμου συμφέροντος ασκεί την παρούσα παρέμβαση προκειμένου να μη χορηγείται άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου επί τη βάσει τίτλων σπουδών αλλοδαπών πανεπιστημίων, που δεν έχουν αναγνωρισθεί από το ΔΙΚΑΤΣΑ ως ισότιμοι και αντίστοιχοι με τίτλους σπουδών που χορηγούν τα Ελληνικά ΑΕΙ, όπως φέρεται η περίπτωση του πτυχίου της αιτούσας.

4. Επειδή, από το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «το Κράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών . . .», γεννάται ευθεία υποχρέωση του Κράτους για την προστασία της υγείας των πολιτών με τη λήψη θετικών μέτρων, ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣτΕ 400/1986 Ολομ.). Εν όψει αυτού, η άσκηση κάθε επαγγελματικής δραστηριότητας, που συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών υγείας, επιτρέπεται μόνον σε όσα πρόσωπα έχουν τα προσόντα εκείνα, τα οποία ο νομοθέτης (κοινός ή κανονιστικός) έχει κρίνει, σε εκπλήρωση της επιταγής του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, ότι είναι αναγκαία, προκειμένου να εξασφαλίζεται η παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (βλ. ΣτΕ 2267/2005).

5. Επειδή, ο ν. 991/1979 «Για την άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου στην Ελλάδα …» (ΦΕΚ Α΄ 278) όρισε στο άρθρο 1 αυτού ότι: «1. Η άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου επιτρέπεται μόνο στον κάτοχο της ειδικής αδείας γι’ αυτό, που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου. … 2. Η άδεια για την άσκηση επαγγέλματος του Ψυχολόγου χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, έπειτα από σύμφωνη γνώμη του ειδικού γνωμοδοτικού Συμβουλίου όπως προβλέπεται στο άρθρο 2. … 3. Κανείς δεν μπορεί να χρησιμοποιεί τον τίτλο του Ψυχολόγου σε επαγγελματικές ή επιστημονικές δραστηριότητες, αν δεν είναι κάτοχος της αδείας για την άσκηση επαγγέλματος του Ψυχολόγου όπως ορίζεται από το νόμο αυτό». Εξ άλλου, στο άρθρο 2 παρ. 5 του ιδίου νόμου προβλεπόταν ότι: «Το Συμβούλιο ελέγχει τα δικαιολογητικά των υποψηφίων που υποβάλλονται για την αξιολόγηση των προσόντων τους και για την διαπίστωση ότι υπάρχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Ορίζει τριμελή εξεταστική επιτροπή από μέλη του Ψυχολόγους που έχουν ειδικότητα ανάλογη με τον κλάδο Ψυχολογίας αυτού που εξετάζεται. Η επιτροπή επιλαμβάνεται μόνο των περιπτώσεων εκείνων που παραπέμπονται προς εξέταση από το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ...». Περαιτέρω, όσον αφορά τις προϋποθέσεις και τα δικαιολογητικά για την χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του Ψυχολόγου, το άρθρο 3 παρ. 1 περίπτωση α΄ του ως άνω νόμου, όπως η διάταξη αυτή είχε στην αρχική της μορφή, όριζε ότι «Για την χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος Ψυχολόγου απαιτείται ο ενδιαφερόμενος : α) Να έχει πτυχίο Ψυχολογίας ή κλάδου της, ελληνικής ή ξένης Ανώτατης Σχολής της στάθμης τουλάχιστον του ΜASTER ή MAITRISE ή LICENCE, εφ’ όσον η LICENCE θεωρείται ως τελικό πτυχίο πανεπιστημιακών σπουδών στη χώρα που δόθηκε ή πτυχίο ισότιμο προς αυτά. Η αναγνώριση και ισοτιμία των τίτλων ξένων Ανωτάτων Σχολών Ψυχολογίας ή κλάδου της θα γίνεται από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής». Τέλος, στο άρθρο 10 παρ. 2 του νόμου, το οποίο είχε τον τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις» προβλεπόταν ότι απαλλάσσονται από τις καθιερούμενες με το άρθρο 2 παρ. 5 αυτού, για την απόκτηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου, εξετάσεις όσοι κατά τη δημοσίευσή του «έχουν Πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσ/νίκης και Ιωαννίνων, διδακτορικό δίπλωμα από τα Πανεπιστήμια αυτά με διατριβή σε σαφώς ψυχολογικό θέμα διετείς σπουδές Ψυχολογίας σε ξένο Πανεπιστήμιο και τουλάχιστον τριετή άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου στην Ελλάδα». Ο ν. 991/1979 τροποποιήθηκε με τον ν. 2646/1998 (ΦΕΚ Α΄ 236). Ειδικότερα, με το άρθρο 27 παρ. 1 εδαφ. β΄ του τελευταίου αυτού νόμου αντικαταστάθηκε το παρατεθέν ανωτέρω πρώτο εδάφιο της περιπτώσεως α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 991/1979, ούτως ώστε για την χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του Ψυχολόγου απαιτείται ήδη «Να έχει πτυχίο σπουδών Τμήματος Ψυχολογίας Α.Ε.Ι. της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής. Η αναγνώριση και ισοτιμία των τίτλων ξένων Ανωτάτων Σχολών Ψυχολογίας ή κλάδου της θα γίνεται από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής». Εξ άλλου, με το εδ. η΄ της παρ. 1 του ιδίου άρθρου 27 του νεωτέρου νόμου αντικαταστάθηκε το προαναφερθέν άρθρο 10 του ν. 991/1979 ως εξής : «Άδεια άσκησης επαγγέλματος χορηγείται κατ’ εξαίρεση σε όσους μέχρι 31.12.1993 κατέχουν: 1. Πτυχίο του τμήματος φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας, με κατεύθυνση την ψυχολογία, Α.Ε.Ι. και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στην ψυχολογία ή κλάδου αυτής, της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, διάρκειας τουλάχιστον δύο (2) ετών. 2. Πτυχίο του τμήματος φιλοσοφίας, παιδαγωγικής και ψυχολογίας, με κατεύθυνση την ψυχολογία, Α.Ε.Ι. και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στην ψυχολογία ή κλάδου αυτής, της ημεδαπής ή ισότιμου της αλλοδαπής, διάρκειας ενός (1) έτους και έχουν αποδεδειγμένα τριετή τουλάχιστον, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κύρια επαγγελματική απασχόληση ως ψυχολόγοι. 3. Πτυχίο ψυχολογίας ομοταγούς προς τα Ελληνικά ΑΕΙ Πανεπιστημίου της αλλοδαπής και έχουν αποδεδειγμένα πενταετή τουλάχιστον, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κύρια επαγγελματική απασχόληση ως ψυχολόγοι. Για την ισοτιμία των τίτλων αλλοδαπής των περιπτώσεων 1 και 2 ή για το ομοταγές του αλλοδαπού πανεπιστημίου της περίπτωσης 3 αποφαίνεται το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (Δ.Ι.Κ.Α.Τ.Σ.Α.). Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας ορίζεται ο τρόπος, οι προϋποθέσεις και κάθε σχετική λεπτομέρεια εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 5 περ. α΄ του ν. 991/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παράγραφος 1 περίπτωση ε΄ του ν. 2646/1998, η άδεια ανακαλείται με απόφαση του οικείου νομάρχη «όταν δόθηκε από πλάνη ως προς την ύπαρξη των προϋποθέσεων που απαιτούνται για τη χορήγηση». Εξ άλλου, έχει εκδοθεί η υπ’ αριθμ. 7106/22.12.1998 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας και Προνοίας «Όροι και προϋποθέσεις για την κατ’ εξαίρεση χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου» (ΦΕΚ Β΄ 1331), που ορίζει, ότι: «Για τη χορήγηση άδειας άσκησης επαγγέλματος ψυχολόγου απαιτείται ο ενδιαφερόμενος: Α) Να πληροί τις προϋποθέσεις του εδαφ. η΄ παρ. 1 του άρθρ. 27 του Ν. 2646/98 ως εξής: 1. Να κατέχει μέχρι 31.12.1993 πτυχίο του τμήματος φιλοσοφίας παιδαγωγικής και ψυχολογίας με κατεύθυνση την ψυχολογία ΑΕΙ και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην ψυχολογία ή κλάδου αυτής, της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής διάρκειας τουλάχιστον δύο (2) ετών. 2. Να κατέχει μέχρι 31.12.1993 πτυχίο του τμήματος φιλοσοφίας παιδαγωγικής και ψυχολογίας με κατεύθυνση στην ψυχολογία ΑΕΙ και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην ψυχολογία ή κλάδου αυτής, της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής διάρκειας ενός (1) έτους και έχουν αποδεδειγμένα τριετή τουλάχιστον μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κύρια επαγγελματική απασχόληση ως ψυχολόγοι. 3. Να κατέχει μέχρι 31.12.1993 πτυχίο ψυχολογίας ομοταγούς προς τα Ελληνικά ΑΕΙ πανεπιστημίου της αλλοδαπής και έχουν αποδεδειγμένα πενταετή τουλάχιστον, μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, κύρια επαγγελματική απασχόληση ως ψυχολόγοι. Για την ισοτιμία των τίτλων της αλλοδαπής των περιπτώσεων 1 και 2 ή για το ομοταγές του αλλοδαπού Πανεπιστημίου της περίπτωσης 3 αποφαίνεται το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (Δ.Ι.Κ.Α.Τ.Σ.Α.). Για τις περιπτώσεις 1 και 2 του άρθρου 10 του εδαφ. η του άρθρου 27 του Ν. 2646/98 απαιτείται βεβαίωση του Πανεπιστημιακού τμήματος, η οποία να αποδεικνύει τη χρονική διάρκεια του μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών … Β) Να προσκομίσει … Η ανωτέρω άδεια χορηγείται με απόφαση του οικείου Νομάρχη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 2646/98 …».

6. Επειδή, με το άρθρο 1 του ν. 741/1977 (ΦΕΚ Α΄ 314) συνεστήθη ιδιαίτερο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής», στο οποίο, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ανήκει η αρμοδιότητα: α) της αναγνωρίσεως ανωτάτων σχολών της αλλοδαπής ως ομοταγών προς ανώτατες σχολές της ημεδαπής και των τίτλων που χορηγούνται από τις πρώτες ως ισοτίμων και αντιστοίχων προς τίτλους σπουδών που απονέμονται από ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής και β) της αναγνωρίσεως τίτλων σπουδών, χορηγηθέντων από ομοταγείς ανώτατες σχολές της αλλοδαπής, ως ισοτίμων προς τίτλους σπουδών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της ημεδαπής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει στην Ελλάδα αντίστοιχη ειδικότητα. Περαιτέρω, όπως έχει παγίως κριθεί, από τις διατάξεις του ως άνω νόμου προκύπτει ότι, στην περίπτωση που αναγνωρισθεί ότι η σχολή της αλλοδαπής που έχει χορηγήσει τον τίτλο είναι ομοταγής, δηλαδή ότι ανήκει, από την άποψη του είδους και του επιπέδου των επιστημονικών γνώσεων που παρέχονται σ’ αυτήν καθώς και από την άποψη των προσόντων των διδασκόντων σ’ αυτήν και των προϋποθέσεων εισαγωγής των διδασκομένων, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαιδεύσεως και μάλιστα στον ίδιο ή ομοειδή κύκλο επιστημών, στη συνέχεια κρίνεται το ισότιμο αυτού, δηλ. κατά πόσο ο τίτλος αποκτήθηκε μετά από επιτυχή φοίτηση ή επιστημονική έρευνα και δοκιμασία και γενικώς κατά διαδικασία και υπό ουσιαστικές προϋποθέσεις (διάρκεια φοιτήσεως, είδος και έκταση σπουδών, σημασία και τρόπος εξετάσεως ή άλλης δοκιμασίας κ.λ.π.) ανάλογες με αυτές που ισχύουν στην Ελλάδα και αποδεικνύουν ότι ο τίτλος είναι πράγματι της αυτής επιστημονικής αξίας και του αυτού επιπέδου με τους τίτλους σπουδών των Α.Ε.Ι. της Ελλάδος. Στο στάδιο αυτό, στην περίπτωση που κριθεί ότι ο τίτλος δεν είναι ισότιμος, αλλά πάντως επιτρέπει την παρακολούθηση μαθημάτων ανωτάτης εκπαιδεύσεως, χωρεί παραπομπή προς κατάταξη σε ορισμένο εξάμηνο σπουδών στο οικείο Τμήμα. Στην περίπτωση που κριθεί ότι είναι ισότιμος και εφ’ όσον χορηγείται στην Ελλάδα τίτλος αντίστοιχης ειδικότητας, επακολουθεί το τρίτο στάδιο κατά το οποίο κρίνεται η αντιστοιχία του προσκομιζομένου τίτλου, δηλαδή κατά πόσον αντιπροσωπεύει το αυτό περιεχόμενο γνώσεων με συγκεκριμένο αντίστοιχο πτυχίο χορηγούμενο από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της Ελλάδος, ως προς το οποίο γίνεται η σύγκριση. Στην περίπτωση που υπάρξει αρνητική κρίση επί του ζητήματος αυτού, η αναγνώριση της αντιστοιχίας είναι δυνατή μόνο μετά από επιτυχή συμπληρωματική εξέταση στα μη διδαχθέντα στην αλλοδαπή μαθήματα του αυτού κύκλου σπουδών, η επιτυχής παρακολούθηση των οποίων στην Ελλάδα είναι αναγκαία λόγω της σοβαρότητάς τους για την χορήγηση του αντιστοίχου πτυχίου (Σ.τ.Ε. 440/2007, Ολ. 3457/1998 κ.α.) [οι αρμοδιότητες του ΔΙΚΑΤΣΑ έχουν περιέλθει ήδη στον «Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης» (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.) με την διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 3328/2005 (ΦΕΚ Α΄ 80)].

7. Επειδή, ο ν. 991/1979 υπήγαγε το πρώτον την άσκηση του επαγγέλματος του Ψυχολόγου στην Ελλάδα σε καθεστώς προηγουμένης διοικητικής αδείας αποβλέποντας, κατά την οικεία εισηγητική έκθεση, στην κατοχύρωση του επαγγέλματος αυτού και την εξασφάλιση και προστασία της ψυχικής υγείας των Ελλήνων από την ανεξέλεγκτη άσκηση του επαγγέλματος αυτού από εντελώς αναρμόδια ή ατελέστατα μορφωμένα άτομα. Ειδικότερα, κατά την έννοια της διατάξεως της περιπτώσεως α΄ της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 991/1979, όπως η διάταξη αυτή είχε αρχικώς, για την χορήγηση αδείας ασκήσεως του εν λόγω επαγγέλματος απαιτείτο η κατοχή πτυχίου ψυχολογίας ή κλάδου της, δηλαδή πτυχίου κτηθέντος μετά από βασικές σπουδές με αντικείμενο την ψυχολογία, και δεν αρκούσε η κατοχή πτυχίου κτηθέντος μετά από βασικές σπουδές, στη διδακτέα ύλη των οποίων περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και το μάθημα της ψυχολογίας, όπως ήταν τα πτυχία των Φιλοσοφικών Σχολών των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων και Αθηνών (βλ. σχετικώς εισηγητική έκθεση του ν. 991/1979, στην οποία αναφέρεται ότι υπό τα ισχύοντα κατά τον χρόνο εκείνο δεδομένα δεν υπήρχε η δυνατότητα για Έλληνα φοιτητή να αποκτήσει πανεπιστημιακό πτυχίο ψυχολογίας στην Ελλάδα, εν όψει του ότι υπήρχε μόνον έδρα Ψυχολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και άλλες δύο έδρες με σχετικό προς την ψυχολογία περιεχόμενο στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, ετοιμαζόταν δε έδρα Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών). Εξ άλλου, το ότι αυτή ήταν η έννοια της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται και από τη μεταβατική διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 10 του ν. 991/1979, η οποία, εν όψει των συνθηκών υπό τις οποίες μέχρι τότε ασκείτο νομίμως το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Ελλάδα, προέβλεψε ότι ήταν δυνατή η (άνευ εξετάσεων) χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου σε όσους κατά τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου (1979) είχαν πτυχίο της Φιλοσοφικής Σχολής των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Ιωαννίνων εφ’ όσον, όμως, είχαν ασχοληθεί στη συνέχεια για τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή χρόνο, επιστημονικώς και επαγγελματικώς, αποκλειστικώς με την ψυχολογία. Ο νεώτερος ν. 2646/1998 δεν επέφερε κατ’ ουσίαν καμμία μεταβολή ως προς το ανωτέρω ζήτημα, της υποχρεώσεως δηλαδή να κα τέχει ο ενδιαφερόμενος να ασκήσει το επάγγελμα του ψυχολόγου πτυχίο κτηθέν μετά από βασικές σπουδές με αντικείμενο την ψυχολογία. Με τον νόμο αυτόν απλώς επιδιώχθηκε προσαρμογή της αφορώσης την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου νομοθεσίας προς την επελθούσα ήδη εκπαιδευτική μεταβολή με την ίδρυση και λειτουργία από το έτος 1987 Τμημάτων Ψυχολογίας στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (βλ. την εισηγητική έκθεση επί του νεωτέρου αυτού νόμου) (βλ. ΣτΕ 732-3/2004, 3144-5/2003 7μ., 1408/2003). Περαιτέρω, με το εδάφιο η΄ της παρ. 1 του άρθρου 27 του νεωτέρου νόμου αντικαταστάθηκε το περιέχον μεταβατική ρύθμιση άρθρο 10 του ν. 991/1979 και παρεσχέθη και πάλι, μεταβατικώς, η δυνατότητα χορηγήσεως αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου και σε πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις της παγίας ρυθμίσεως. Ειδικότερα, η ως άνω δυνατότητα παρεσχέθη, εν πρώτοις, σε όσους δεν είχαν μεν πτυχίο κτηθέν μετά από βασικές σπουδές με αντικείμενο την ψυχολογία, είχαν, όμως, λάβει μέχρι 31.12.1993 πτυχίο των Τμημάτων Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας των Ελληνικών ΑΕΙ, με κατεύθυνση την ψυχολογία, και, επιπλέον, έως τη δημοσίευση του νεωτέρου τούτου νόμου (20.10.1998) είχαν αποκτήσει και μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών ψυχολογίας ή κλάδου αυτής της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής, κατόπιν σπουδών διαρκείας δύο ετών ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ενός έτους. Η ως άνω μεταβατική ρύθμιση απέβλεψε στην επίλυση των θεμάτων που προέκυψαν από την ίδρυση και λειτουργία στα ελληνικά ΑΕΙ Τμημάτων Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας, τα οποία, όμως, δεν χορηγούσαν πτυχίο Ψυχολογίας κατόπιν πλήρους κύκλου βασικών σπουδών ψυχολογίας.

8. Επειδή, περαιτέρω, η ως άνω δυνατότητα αποκτήσεως της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου παρεσχέθη με την παρ. 3 του νέου άρθρου 10 του ν. 991/1979 και σε όσους μέχρι 31.12.1993 κατείχαν πτυχίο ομοταγούς προς τα Ελληνικά ΑΕΙ Πανεπιστημίου της αλλοδαπής, εφ’ όσον, μέχρι την δημοσίευση του ν. 2646/1998, έχουν πενταετή κύρια επαγγελματική απασχόληση ως ψυχολόγοι. Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται σε πτυχίο βασικών σπουδών ψυχολογίας, όπως τούτο προκύπτει από τη σαφή διάκριση των όρων «πτυχίο» και «μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών» στις διατάξεις του ιδίου άρθρου 10 του ως άνω νόμου, κατά την έννοιά της δε, για την χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου αρκεί βεβαίωση του ΔΙΚΑΤΣΑ ότι το αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα που απένειμε το προσκομιζόμενο πτυχίο έχει αναγνωρισθεί ως ομοταγές προς τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, χωρίς να απαιτείται η αναγνώριση από το ΔΙΚΑΤΣΑ της ισοτιμίας - με την έννοια που εξετέθη ανωτέρω - του αλλοδαπού βασικού τίτλου σπουδών προς τα απονεμόμενα από τα ελληνικά ΑΕΙ πτυχία, ήτοι χωρίς την διακρίβωση της επιστημονικής αξίας και του επιπέδου του εν λόγω πτυχίου, αλλ’ αντ’ αυτού, ως αντιστάθμισμα της μη ισοτιμίας του σχετικού τίτλου της αλλοδαπής, απαιτείται απόδειξη πενταετούς - έως τη δημοσίευση του ν. 2646/1998 - επαγγελματικής απασχολήσεως του ενδιαφερομένου ως ψυχολόγου. Το ότι αυτή είναι η έννοια της διατάξεως είναι σαφές δοθέντος ότι εάν και στην ρυθμιζομένη από την ανωτέρω διάταξη περίπτωση απαιτείται, πέραν του ομοταγούς, αναγνώριση και της ισοτιμίας του αλλοδαπού τίτλου σπουδών στο αντικείμενο της ψυχολογίας, τότε η περίπτωση αυτή δεν θα είχε λόγο υπάρξεως, μη διαφοροποιουμένη από την πάγια ρύθμιση του άρθρου 3 παρ. 1 περ. α΄ του ανωτέρου νόμου, που ορίζει ότι χορηγείται άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ψυχολόγου σε όσους κατέχουν πτυχίο σπουδών ψυχολογίας της αλλοδαπής, ισοτίμου προς τα απονεμόμενα από τα Τμήματα Ψυχολογίας των ελληνικών Α.Ε.Ι. Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό η ως άνω διάταξη δεν είναι πράγματι μεταβατική, αφού δεν σκοπεί στην αντιμετώπιση ζητημάτων που προέκυψαν από την μεταβολή των προϋφισταμένων νομοθετικών ρυθμίσεων του επαγγέλματος του ψυχολόγου ούτε αποβλέπει στην προστασία πραγματικών καταστάσεων που δημιουργήθηκαν καλοπίστως υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, δεδομένου ότι από της δημοσιεύσεως του ν. 991/1979 για την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου από κατόχους πτυχίων ψυχολογίας αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αν και δεν απαιτείτο η αναγνώριση της αντιστοιχίας των τίτλων σπουδών των αλλοδαπών πανεπιστημίων προς τους υπό των ελληνικών ΑΕΙ χορηγουμένους τίτλους σπουδών (ελλείψει Τμημάτων Ψυχολογίας), επεβάλλετο, πάντως, άνευ εξαιρέσεων, η αναγνώριση των οικείων πτυχίων από το ΔΙΚΑΤΣΑ ως ισοτίμων προς τα απονεμόμενα από τα ελληνικά ΑΕΙ. Εν όψει των ανωτέρω, η επίμαχη διάταξη εισάγει πράγματι παρέκκλιση από τον κανόνα τόσο του ν. 991/1979 όσο και του ν. 2646/1998 που απαιτούν ως προϋπόθεση για την χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου την προηγούμενη αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων της αλλοδαπής. Όλως διάφορος δε είναι ο μηχανισμός αναγνωρίσεως επαγγελματικών δικαιωμάτων στα πλαίσια εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, περίπτωση όμως που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Αλλά, αν και πρόκειται, κατά τα ανωτέρω, για εξαιρετική ρύθμιση, δεν προκύπτει ο λόγος δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογεί την εξαίρεση αυτή, λαμβανομένου μάλιστα υπ’ όψη ότι η προηγούμενη αναγνώριση της ακαδημαϊκής ισοτιμίας των τίτλων της αλλοδαπής ως προϋπόθεση για την χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου συνιστά αποδεκτό συνταγματικώς περιορισμό της επαγγελματικής ελευθερίας, δοθέντος ότι αποβλέπει στην διακρίβωση της συνδρομής στο πρόσωπο του ενδιαφερομένου των καταλλήλων επιστημονικών και πνευματικών προσόντων και δεξιοτήτων για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, τελεί σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρυθμίσεως και τον επιδιωκόμενο με αυτήν σκοπό δημοσίου συμφέροντος (συνιστάμενο στην εξασφάλιση και προστασία της ψυχικής υγείας των πολιτών), παρίσταται δε εύλογος και πρόσφορος προς τούτο (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1408 , 3144 , 3145/2003 , 733/2004). Περαιτέρω, εν όψει ακριβώς της φύσεως του επαγγέλματος ως επαγγέλματος υγείας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως λόγος δικαιολογητικός της ως άνω εξαιρέσεως η επαγγελματική αποκατάσταση προσώπων, τα οποία ασκούσαν το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Ελλάδα άνευ νόμιμης αδείας, κατά παράβαση της κειμένης νομοθεσίας. Συνεπώς, εφ’ όσον δεν συντρέχει λόγος γενικοτέρου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος που να δικαιολογεί την ως άνω εξαιρετική ρύθμιση, αυτή είναι αντίθετη προς την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας που αποκλείει την εκδήλως άνιση μεταχείριση με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεομένου προς αξιολογικά κριτήρια. Εξ άλλου, η απαιτουμένη πενταετής επαγγελματική απασχόληση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά επαρκή συνθήκη διαφοροποιούσα τις περιπτώσεις των μη κατόχων αναγνωρισμένων ισοτίμων πτυχίων του εξωτερικού, διότι, ειδικώς στο χώρο της υγείας, εν όψει της επιταγής του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, η επαγγελματική πείρα δεν μπορεί να αντισταθμίσει την αποδεδειγμένη επιστημονική επάρκεια που πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπο που ασκεί τις σχετικές επαγγελματικές πράξεις, ενώ, περαιτέρω και ειδικώς κατά το μέρος που η επαγγελματική αυτή απασχόληση τοποθετείται στην Ελλάδα σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του ν. 991/1979, η ρύθμιση του νέου άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 991/1979 συνιστά νομιμοποίηση παρανόμων καταστάσεων και δή στο χώρο της υγείας που δημιουργήθηκαν κατά παράβαση των τότε ισχυουσών διατάξεων και είναι και για τον λόγο αυτό αντίθετη προς την αρχή της ισότητος. Εν όψει της κατά τα ανωτέρω αντιθέσεως της ρυθμίσεως του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 991/1979, όπως ισχύει, προς την συνταγματική αρχή της ισότητας, ζήτημα το οποίο ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, η διάταξη αυτή, ως ανίσχυρη, δεν μπορεί να παράσχει νόμιμο έρεισμα στην χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου σε πρόσωπα τα οποία δεν κατέχουν πτυχίο βασικών σπουδών ψυχολογίας αναγνωρισμένο από το ΔΙΚΑΤΣΑ ως ισότιμο και αντίστοιχο με τα χορηγούμενα από τα Τμήματα Ψυχολογίας των ελληνικών ΑΕΙ.

9. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. 4124/18.10.1999 απόφαση του βοηθού Νομάρχη ****** χορηγήθηκε στην αιτούσα άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Ψυχολόγου για όλη την Επικράτεια, η οποία ανακλήθηκε με την προσβαλλομένη πράξη με την αιτιολογία ότι δεν είχε προσκομισθεί στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ****** αναγνώριση ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών της από το ΔΙΚΑΤΣΑ. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου, για την χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου η αιτούσα κατέθεσε ενώπιον της Διευθύνσεως Δημοσίας Υγείας και Υγιεινής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ****** την υπ’ αριθμ. πρωτ. 4124/5.9.1999 αίτησή της υποβάλλοντας τον τίτλο σπουδών «Master of Arts» του Αμερικανικού Πανεπιστημίου «Ball State University» στο αντικείμενο της συμβουλευτικής ψυχολογίας και το υπ’ αριθμ. πρωτ. 8787/24.6.1999 έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ, στο οποίο βεβαιώνεται - σε απάντηση αιτήσεώς της - ότι το Αμερικανικό Πανεπιστήμιο Ball State University έχει αναγνωρισθεί ως ομοταγές προς τα Ελληνικά ΑΕΙ. [Στο ανωτέρω έγγραφο του ΔΙΚΑΤΣΑ είχε γίνει η επισήμανση ότι η βεβαίωση περί του ομοταγούς σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τη βεβαίωση αναγνωρίσεως ισοτιμίας και αντιστοιχίας των τίτλων σπουδών του Αμερικανικού Ιδρύματος καθώς και ότι ήταν απαραίτητο για να εκκινήσει η διαδικασία να υποβληθούν οι σχετικοί τίτλοι σπουδών στο ΔΙΚΑΤΣΑ]. Επιπροσθέτως η αιτούσα είχε καταθέσει και βιογραφικό σημείωμα στο οποίο αναφέρεται ότι ο βασικός τίτλος σπουδών της (Bachelor of Arts) της απονεμήθηκε το έτος 1977 από το ιδιωτικό εκπαιδευτήριο «Deree College» που λειτουργεί στην Ελλάδα καθώς και ότι έχει απασχοληθεί στην Ελλάδα σε διάφορες θέσεις ως ψυχολόγος. Με τα δεδομένα αυτά και εφ’ όσον η αιτούσα ούτε επικαλέσθηκε ούτε επικαλείται αναγνώριση της ισοτιμίας του πτυχίου της Ψυχολογίας προς τα απονεμόμενα από τα ελληνικά ΑΕΙ, η ανάκληση της επίδικης αδείας γενομένη, κατ’ ορθή ερμηνεία της προσβαλλομένης ανακλητικής πράξεως, λόγω της διαπιστώσεως της ελλείψεως νόμιμης προϋποθέσεως για την χορήγησή της (ήτοι της αναγνωρίσεως της ισοτιμίας του πτυχίου της), είναι νόμιμη και οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της επαγγελματικής ελευθερίας της αιτούσας – λόγω της μη παροχής εύλογης προθεσμίας για την προσκόμιση της αναγνωρίσεως ισοτιμίας και αντιστοιχίας των τίτλων σπουδών της από το ΔΟΑΤΑΠ- καθώς και αναιτιολόγητο της προσβαλλομένης πράξεως είναι, εν όψει όσων εξετέθησαν στη προηγουμένη σκέψη, απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

10. Επειδή, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, ενώ η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεως. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές αρχές ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, ενώ επιτρέπεται η ανάκληση και μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι η προσβαλλόμενη ανακλητική πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης διότι η ανατροπή της δημιουργηθείσης με την χορήγηση της αδείας καταστάσεως έχει σοβαρότατες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για την ίδια, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι η αρχή αυτή δεν είναι ικανή καθεαυτή να καταλύσει την ευχέρεια της Διοικήσεως για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως ευμενούς για τον ιδιώτη (ΣτΕ Ολομ. 2403/1997 ).

11. Επειδή, εξ άλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο περαιτέρω προβαλλόμενος λόγος περί παραβάσεως της αρχής της προηγουμένης ακροάσεως, δεδομένου ότι η ανάκληση της χορηγηθείσης στην αιτούσα αδείας εχώρησε λόγω μη συνδρομής προϋποθέσεως (αναγνώριση ισοτιμίας τίτλων σπουδών) για τη χορήγησή της, δηλαδή βάσει αντικειμενικών δεδομένων, και δεν συνδέεται με υποκειμενική συμπεριφορά της αιτούσας (βλ. ΣτΕ 895/2002, 5380/1995 και 3959/1998 κ.α.).

12. Επειδή, το δικόγραφο των προσθέτων λόγων της αιτούσας, που κατετέθη στις 15.11.2007, είναι απαράδεκτο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 και 21 παρ. 6 του π.δ. 18/1989 (ΦΕΚ Α΄ 8), προεχόντως διότι δεν προσκομίσθηκε από την αιτούσα έκθεση επιδόσεως του εν λόγω δικογράφου στο σωματείο, το οποίο κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία είχε ήδη ασκήσει παρέμβαση και είχε κοινοποιήσει αντίγραφό της στον πληρεξούσιο της αιτούσας, ο δε πληρεξούσιος του σωματείου επικαλέσθηκε, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, το σχετικό απαράδεκτο (ΣτΕ 679/2004, 2286/1987).

13. Επειδή, κατόπιν τούτων το Τμήμα καταλήγει στην απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως. Όμως, δεδομένου ότι η απόρριψη αυτή ερείδεται στην κρίση ότι η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2646/1998 είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς το άρθρο 4 του Συντάγματος πρέπει, εν όψει των οριζομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, που προστέθηκε με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α΄ 84), το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της ανωτέρω διατάξεως νόμου να παραπεμφθεί προς κρίση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, ενώπιον της οποίας ορίζεται εισηγητής η Σύμβουλος Ευαγγελία Νίκα.

Δ ι ά   τ α ύ τ α

Απέχει να αποφανθεί οριστικώς επί της κρινομένης αιτήσεως.
Παραπέμπει στην Ολομέλεια προς επίλυση το εκτιθέμενο στο αιτιολογικό ζήτημα.
Ορίζει ως εισηγητή ενώπιον της Ολομελείας την Σύμβουλο Ευαγγελία Νίκα.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 13 Μαρτίου 2008

Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος         Η Γραμματέας
 
 
Μ. Βροντάκης                                        Α. Ρίπη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 31ης Δεκεμβρίου 2008.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος          Η Γραμματέας
 
 
Π. Πικραμμένος                                     Α. Ρίπη


   

 
Συνημμένα αρχεία
 
ΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
 
 
Copyright © 2000 - Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος Όροι Χρήσης Online Επισκέπτες: 34
Τελευταία ενημέρωση : 27 Ιούνιος 2017