Θεσμικό Πλαίσιο: Αποφάσεις Οργάνων τής Πολιτείας για το επάγγελμα του Ψυχολόγου
 
Καταδικάσθηκε «ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ», από Δικαστήριο τής Χώρας [ΠλΚ: 1064/08.04.2011].
 

Ασκήθηκε δίωξη για παράβαση διατάξεων του Αναγκαστικού Νόμου 1565/1939 (ΦΕΚ 16/τ.Α΄/14-01-1939), «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος», δηλαδή απαγγέλθηκαν κατηγορίες για ιδιώνυμο αδίκημα. Με βάση το κατηγορητήριο: “Κατηγορείται ως υπαίτιος του ότι ... κατά το χρονικό διάστημα από τον μήνα Ιούλιο 2005 έως το έτος 2009 ... σφετερίστηκε τον τίτλο του Ιατρού ... ασκούσε παράνομα το ιατρικό επάγγελμα ... εκδίδοντας μάλιστα και σχετικές γνωματεύσεις που περιλαμβάνουν διάγνωση ψυχικής κατάστασης και συμβουλές θεραπείας χωρίς να έχει άδεια από το αρμόδιο Υπουργείο, χωρίς να είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου και χωρίς να έχει πτυχίο της Ιατρικής Σχολής κάποιου Πανεπιστημίου... Για παράβαση των άρθρων 1, 12, 14, 26, 27 παρ.1, 53, 79 παρ. 1, 2, 111, 112 Α.Ν. 1565/39”.

 
  Κάντε το PSY.GR Πρώτη Σελίδα  
   
 
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
Αρχική σελίδα Site Map Επικοινωνία
  Members Only  
Ειδήσεις & Θέματα Ψυχολογίας
 
Ημερομηνία Δημοσίευσης: 02 Δεκέμβριος 2009
 

Το ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ: «Περί Τρομοκρατίας Ψυχο-λόγος», σε Επιστημονική Επιμέλεια: Στάμου Παπαστάμου - Γεράσιμου Προδρομίτη, των Εκδόσεων ΠΕΔΙΟ, του Παύλου Παπαχριστοφίλου, παρουσιάσθηκε την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009, ώρα 20:00, στην ΑΙΘΟΥΣΑ ΛΟΓΟΥ, στην ΣΤΟΑ τού ΒΙΒΛΙΟΥ. Ο κόσμος πολύς, ο λόγος ισχυρός και τεκμηριωμένος, ο διάλογος εκτεταμένος.

Μια σημαντική προσθήκη στην ελληνόγλωσση γραμματεία των φαινομένων της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας. Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι που συμμετέχουν στον τόμο εκθέτουν θεωρητικές απόψεις ή παρουσιάζουν ερευνητικά ευρήματα σχετικά με τα φαινόμενα αυτά, με στόχο την ανάδειξη της συνθετότητας, του επιστημονικού, πολιτικού και ιδεολογικού ενδιαφέροντος και των δυνατοτήτων που χαρακτηρίζει, παρουσιάζει και κρύβει αντίστοιχα η κοινωνιοψυχολογική προσέγγιση της τρομοκρατίας.

Η επιλογή των κειμένων έγινε με βάση την άποψη ότι είναι αναγκαία η οργανική και ενσυνείδητη ένταξη των επιστημονικών ερωτημάτων στο γενικότερο κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο των φαινομένων που αποτελούν το εκάστοτε επιστημολογικό διακύβευμα.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα πρώτο ερέθισμα για περαιτέρω προβληματισμό πάνω στη δύσκολη έννοια και την πολλαπλή πραγματικότητα της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Σε μια κατάμεστη «Αίθουσα Λόγου» στην ΣΤΟΑ τού ΒΙΒΛΙΟΥ παρουσιάσθηκε, την Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009, το νέο βιβλίο: «Περί Τρομοκρατίας Ψυχο-λόγος», σε Επιστημονική Επιμέλεια: Στάμου Παπαστάμου - Γεράσιμου Προδρομίτη, των Εκδόσεων ΠΕΔΙΟ, του Παύλου Παπαχριστοφίλου.

Την παρουσίαση συντόνισε ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης.

Μίλησαν:

  • Ο εκδότης Παύλος Παπαχριστοφίλου,
  • Ο Στάμος Παπαστάμου, Καθηγητής Κοινωνικής Πειραματικής Ψυχολογίας και πρώην Πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών,
  • Ο Γεράσιμος Προδρομίτης, Επίκουρος Καθηγητής Κοινωνικής Πειραματικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, και
  • Ο Ιωάννης Βλάχος, Ποινικολόγος.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Στην εισαγωγική του τοποθέτηση ο Παύλος Παπαχριστοφίλου σημείωσε:

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, κυρίες και κύριοι,

Θα ήθελα να σας καλωσορίσω και να σας ευχαριστήσω για την ανταπόκρισή σας στην παρουσίαση του βιβλίου Περί τρομοκρατίας Ψυχο-λόγος, των Στάμου Παπαστάμου και Γεράσιμου Προδρομίτη.

Πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο καταπιάνεται με θέματα που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Η πολιτική βία και η τρομοκρατία ποτέ δεν έπαψαν και δεν φαίνεται να πάψουν να απασχολούν τους ανθρώπους και τις κοινωνίες. Η διασύνδεση και παρουσίαση κειμένων γραμμένων από συγγραφείς διεθνούς εμβέλειας και η ιδιαιτερότητα της ματιάς του κοινωνικού ψυχολόγου κάνουν αυτό το βιβλίο ξεχωριστό και μοναδικό. Δεν θα μιλήσω εγώ για την προφανή σπουδαιότητα του συγκεκριμένου έργου. Αυτό θα το αναπτύξουν  οι εκλεκτοί μας προσκεκλημένοι. Εγώ απλώς θα δανειστώ κάτι από τον πρόλογο των συγγραφέων και επιμελητών της έκδοσης. Όπως λένε οι Παπαστάμου και Προδρομίτης, το βιβλίο αποτελεί για τον αναγνώστη ένα πρώτο ερέθισμα για περαιτέρω προβληματισμό σε σχέση με τη σύνθετη έννοια και την πολλαπλή πραγματικότητα της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας. Του επιτρέπει ενδεχομένως να αναγνωρίσει –και οπωσδήποτε να μην αγνοήσει-, τον αναπόφευκτο και ταυτόχρονα αδικαιολόγητο χαρακτήρα της βίας. Του δίνει ακόμη το έναυσμα να ξανασκεφτεί την ονομαστική αξία, χρήση και κατάχρηση ουσιαστικών εννοιών όπως «ελευθερία», «δικαιοσύνη» «τάξη», «διεκδίκηση».

Σήμερα οι εκδόσεις μας κλείνουν ένα χρόνο ζωής και λειτουργίας. Ήταν ένας χρόνος περιπετειώδης και ουσιαστικός. Θα συνεχίσουμε την προσπάθεια με τον ίδιο πάντα ενθουσιασμό, και με ακόμη μεγαλύτερο σεβασμό για το κάθε βιβλίο και τους αναγνώστες του.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τον φίλο και πυλώνα του εκδοτικού, Καθηγητή Κοινωνικής Πειραματικής Ψυχολογίας Στάμο Παπαστάμου. Εδώ και πολλά χρόνια με τιμά με τη συνεργασία του, τις συμβουλές και την εμπιστοσύνη του. Ακόμη περισσότερο όμως με τιμά με την πολύτιμη και ζεστή φιλία του.

Δίνω αμέσως τον λόγο στους ομιλητές μας, τους οποίους ευχαριστώ θερμά για τη διάθεση και την προθυμία με την οποία ανταποκρίθηκαν στην πρόσκλησή μας.

Σας ευχαριστώ όλους.

----------------------------------------------------------------------------------------------

H παρέμβαση του Στάμου Παπαστάμου:

Καλησπέρα σας!

Είναι αλήθεια πως σε παρόμοιες εκδηλώσεις σαν την αποψινή, δεν συνηθίζεται να παίρνουν πρώτα τον λόγο οι συγγραφείς ή οι επιμελητές των βιβλίων που παρουσιάζονται. Αν απόψε καινοτομούμε στο σημείο αυτό και παίρνουμε πρώτοι τον λόγο,  είναι επειδή το βιβλίο Περί τρομοκρατίας ψυχο-λόγος, αν και μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί δικό μας πόνημα (με την έννοια, ότι εμείς διαλέξαμε τα κείμενα που περιέχονται σ΄αυτόν τον τόμο, χρησιμοποιώντας τα δικά μας κριτήρια, σύμφωνα με την δική μας ανάλυση των υπό εξέταση γεγονότων, φαινομένων, εξηγήσεων και ερμηνειών), εξίσου αναμφίβολα δεν μπορεί να θεωρηθεί πως το γράψαμε εμείς οι ίδιοι. Με εξαίρεση τον πρόλογο, φυσικά, που είναι δικός μας και δίνει το στίγμα της σκέψης μας για την τρομοκρατία και την άσκηση μη-κρατικής πολιτικής βίας.

Θεωρήσαμε λοιπόν θεμιτό, αναγκαίο, για την ακρίβεια, προτού οι κύριοι ομιλητές της αποψινής εκδήλωσης πάρουν τον λόγο και πουν τη γνώμη τους γι΄αυτή μας την προσπάθεια, να σας εξηγήσουμε τι ακριβώς θελήσαμε να κάνουμε μ΄αυτήν την έκδοση και τι ακριβώς  φιλοδοξούμε να πετύχουμε ασχολούμενοι με το συγκεκριμένο θέμα.

Ας αρχίσω όμως από την αρχή ξεκαθαρίζοντας ευθύς αμέσως πως η αποψινή εκδήλωση αποτελεί έμπρακτη δικαίωση της άποψης που πολλοί από εμάς μοιραζόμαστε, ότι, δηλαδή, το χιλιο-ταλαιπωρημένο –και κατασυκοφαντημένο- Δημόσιο Πανεπιστήμιο, παρόλα τα πολλαπλά ενδογενή και εξωγενή του μειονεκτήματα, παρουσιάζει ένα ανεκτίμητο πλεονέκτημα: να προσφέρει στα μέλη του τη δυνατότητα να επιλέγουν ελεύθερα χωρίς περιορισμό –και χωρίς αντάλλαγμα- το ερευνητικό τους αντικείμενο…

Βλέπετε, ο συλλογικός τόμος Περί τρομοκρατίας ψυχο-λόγος που με τη συνδρομή του φίλου Παύλου Παπαχριστοφίλου και των εκδόσεων Πεδίο είδε πριν λίγους μήνες το φως της δημοσιότητας,  εντάσσεται σε ένα γενικότερο και πιο φιλόδοξο ερευνητικό πρόγραμμα του Εργαστηρίου Κοινωνικής και Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Θέμα του: Η άσκηση της μη-κρατικής πολιτικής βίας και το φαινόμενο της τρομοκρατίας.   

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που ξεκίνησε εδώ και 8 χρόνια, λίγες μόλις μέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, για την ακρίβεια τον Οκτώβριο του 2001, αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που προφανώς, δεν παραγγέλθηκε, ούτε θα μπορούσε να παραγγελθεί, από κάποιον ιδιωτικό, δημόσιο, κρατικό ή μη-κυβερνητικό φορέα εντόπιου ή διεθνούς χαρακτήρα. Κι αυτό, σίγουρα όχι από έλλειψη ενδιαφέροντος εκ μέρους τους, αλλά επειδή κανένας οργανισμός δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στο υπερβολικό κόστος που συνεπάγεται η αναγκαία ελευθερία σκέψης και εμπράγματης βούλησης των ερευνητών, σε συνδυασμό με την βασανιστική αβεβαιότητα ως προς το περιεχόμενο των  συμπερασμάτων μιας έρευνας πάνω σε ένα θέμα με τόσο σύνθετες και αμφίσημες φορτίσεις ιδεολογικής, συναισθηματικής και ηθικής υφής. Ωστόσο, χάρη στην εναπομείνασα δομική αυτοδιάθεση που παρέχει το Δημόσιο Πανεπιστήμιο στα μέλη του -σε ό,τι αφορά τον «ελεύθερο» χρόνο τους- τον οποίο κανείς δεν γνωρίζει, καταμετρά ή «αξιολογεί», η έρευνα αυτή ξεκίνησε. Διστακτικά στην αρχή, γιατί το θέμα ήταν καυτό και γλιστερό συνάμα, κυρίως όμως, σχετικά πρωτόγνωρο στον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας, και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επιρρεπές στην παραγωγή αυτονόητων, πρόδηλων και ανούσιων ευρημάτων. Στη συνέχεια η ερευνητική αυτή δραστηριότητα  εντάθηκε, ενώ παράλληλα, πολλαπλασιάζονταν τα ερευνητικά αποτελέσματα, διαφοροποιόντουσαν οι ερευνητικές μέθοδοι και τεχνικές,  εμπλουτιζόταν ο θεωρητικός προβληματισμός μας και, πάνω απ΄όλα, νέοι εν δυνάμει ερευνητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές μας άρχιζαν να εμπλέκονται –θεσμικά, στην αρχή, σε πιο προσωπική βάση αργότερα- στο συγκεκριμένο εγχείρημά μας.

Δυο χρόνια αργότερα, ένα πρώτο βιβλίο εκδόθηκε, πάλι από τον Παύλο Παπαχριστοφίλου, στον παλιό εκδοτικό του οίκο όμως κι αργότερα, κάποιες άλλες δημοσιεύσεις σε ελληνικά και ξενόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά άρχιζαν να λειτουργούν –και εξακολουθούν να το κάνουν- ως θετικές ενισχύσεις στην επίπονη όσο και συναρπαστική –οφείλω να ομολογήσω- ερευνητική μας προσπάθεια.

Δεν πρόκειται να σας κουράσω απαριθμώντας τα διάφορα ερευνητικά μας ευρήματα. Δεν είναι απόψε εδώ ούτε ο χώρος ούτε ο χρόνος για κάτι τέτοιο. Όσοι ενδιαφέρονται πραγματικά μπορούν να ανατρέξουν στη σχετική βιβλιογραφία ή, ακόμα καλύτερα, να κάνουν υπομονή 2-3 μήνες ακόμα μέχρι την έκδοση του επόμενου βιβλίου μας πάνω στην τρομοκρατία και την μη-κρατική πολιτική βία το οποίο, λογικά και αντικειμενικά, έπρεπε να παρουσιαζόταν κι αυτό απόψε εδώ, αλλά, που πραγματολογικά και υποκειμενικά, δεν μπόρεσε να γίνει…

Θεωρώ εντούτοις απαραίτητο να διευκρινίσω ένα ζήτημα που φαντάζει σημαντικά στα μάτια μου –και είμαι σίγουρος και στα δικά σας- και το οποίο αφορά τους λόγους για τους οποίους αποφασίσαμε να ασχοληθούμε ερευνητικά με το θέμα της τρομοκρατίας και την άσκηση μη-κρατικής πολιτικής βίας γενικότερα. Γιατί, προφανώς, το κέντρισμα της επικαιρότητας, όσο ισχυρό και αν είναι αυτό –και κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το τεράστιο και πολύπλευρο ενδιαφέρον που προκάλεσε η πτώση των Δίδυμων Πύργων στις αρχές του 21ου αιώνα- γιατί όσο ισχυρό λοιπόν και αν είναι αυτό το κέντρισμα, αυτό το ερέθισμα, δεν είναι ικανό από μόνο του να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους 2 ερευνητές που μέχρι τότε ασχολούνταν με τελείως διαφορετικά πράγματα εξακολουθούν εδώ και σχεδόν 10 χρόνια να ασχολούνται –κυρίως με τον τρόπο που το κάνουν- με μια θεματική που, φαινομενικά τουλάχιστον, τους κάνει να είναι έξω από τα νερά τους.

Οι λόγοι αυτοί είναι πολλοί. Θα προσπαθήσω να τους συνοψίσω κατατάσσοντας τους, σχηματικά, σε δύο κατηγορίες: την επιστημολογική και την ιδεολογική.

Στην πρώτη κατηγορία εντάσσεται κατ’αρχάς το έντονο ενδιαφέρον που παρουσιάζει για το κοινωνικό υποκείμενο –τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του οποίου υποτίθεται ότι καλείται να διερευνήσει η κοινωνική ψυχολογία- το φαινόμενο της τρομοκρατίας και γενικότερα η άσκηση μη-κρατικής πολιτικής βίας: εκατοντάδες είναι τα δημοσιεύματα, επιστημονικά και μη, που ασχολούνται τα τελευταία χρόνια με τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα, οι πολίτες μιας χώρας (στην παγκοσμιοποιημένη και μη εκδοχή τους) βιώνουν σε φαντασιακό και πραγματικό επίπεδο τα συναισθήματα (συχνά ανεξέλεγκτα) που τους προκαλούν τόσο τα φαινόμενα αυτά καθαυτά όσο και, κυρίως, οι επιπτώσεις τους. Για μας, ωστόσο, η χρησιμότητα του ενδιαφέροντος που δείχνει το κοινωνικό υποκείμενο για την τρομοκρατία και την μη-κρατική πολιτική βία, δεν έχει σχέση μ’ αυτήν την «φλύαρη» όψη του ζητήματος: εστιάζεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι το ενδιαφέρον αυτό οδηγεί, νομοτελειακά κατά κάποιο τρόπο, στην προσωπική του εμπλοκή και, ως εκ τούτου, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο αντικείμενο για το οποίο καλείται να εκφράσει τις σκέψεις και τις απόψεις του ο ερευνητικός πληθυσμός.

Ο δεύτερος λόγος, επιστημολογικής υφής, που μας οδήγησε στην επιλογή της συγκεκριμένης θεματικής, είναι ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της, ο οποίος, σε συνδυασμό με την προσωπική εμπλοκή του κοινωνικού υποκειμένου οδηγεί σε δυο εξαιρετικά σημαντικά για τον ερευνητή φαινόμενα: την παραγωγή έντονης διχογνωμίας από τη μια πλευρά (η οποία αποτελεί πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω διερεύνηση από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας) και, από την άλλη, την αναπαραγωγή αυτονόητων αντιδράσεων οι οποίες, για την κοινωνική ψυχολογία πάντοτε, αποτελούν ενδιαφέρουσα πρόκληση να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω απ’ αυτά που θεωρούν όλοι ότι είναι υποχρεωμένοι να λένε, ακόμα και κυρίως, όταν δεν τα πιστεύουν.

Ένας τρίτος λόγος επιστημολογικού χαρακτήρα που καθόρισε την ερευνητική μας επιλογή, βρίσκεται στο γεγονός ότι οι πολλαπλές συγκρούσεις που προκαλεί η τρομοκρατία και  η πολιτική βία (σε ιδεολογικό, συναισθηματικό και ηθικό επίπεδο) διευκολύνουν την εγκαθίδρυση της (απαραίτητης στα μάτια μας) διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στην «πραγματικότητα» που μελετάμε και το θεωρητικό εργαλείο με το οποίο τη μελετάμε. Μια διαλεκτική σχέση, δηλαδή, ανάμεσα στην τρομοκρατία και την κοινωνική ψυχολογία, με την έννοια ότι η έρευνα πάνω στην τρομοκρατία από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας μπορεί να μας κάνει να καταλάβουμε καλύτερα τι είναι, πού αποσκοπεί και πώς λειτουργεί η τρομοκρατία, αλλά και να μας κάνει να καταλάβουμε καλύτερα πώς σκέφτεται, πώς λειτουργεί και πώς αντιδρά το κοινωνικό υποκείμενο γι’αυτήν. Να αποκτήσουμε περισσότερες γνώσεις, δηλαδή, γύρω από το αντικείμενο μελέτης μας, την τρομοκρατία και την μη-κρατική πολιτική βία, αλλά και να αποκτήσουμε περισσότερες γνώσεις πάνω στο θεωρητικό εργαλείο με το οποίο επιχειρούμε τη μελέτη αυτή, δηλαδή την κοινωνική ψυχολογία.

Ο τέταρτος λόγος που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην ερευνητική επιλογή μας είναι η αδιαμφισβήτητη ιστορικότητα της συγκεκριμένης θεματικής, δεδομένου ότι, ως γνωστόν, τόσο η τρομοκρατία όσο και η μη-κρατική πολιτική βία που αποτελούν το αντικείμενο μελέτης μας ,έχουν την προϊστορία τους (με τους τυραννοκτόνους στην αρχαιότητα, τους ζηλωτές και τους ασσασίνους στα πρωτο-χριστιανικά χρόνια και τον μεσαίωνα αργότερα) αλλά και την ιστορία τους. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε ότι η σύγχρονη τρομοκρατία ξεκινάει γύρω στα 1880 στη Ρωσία και συνεχίζεται στις μέρες μας στην παγκοσμιοποιημένη της μορφή και ότι –σχηματικά- μπορούμε να την χωρίσουμε σε 4 «κύματα», όπως υποστηρίζει ο David Rappoport: Στο «αναρχικό» (1880 – 1920), το «αντι-αποικιακό» (1920-1960), στο «κύμα της άκρας αριστεράς» (1960-μέσα δεκαετίας του ‘90) και στο «θρησκευτικό κύμα», στην καρδιά του οποίου βρίσκεται το Ισλάμ, βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και ξεκίνησε το 1979, χρονιά που ξεκινάει και ο νέος αιώνας των Μωαμεθανών αλλά και σημαδεύεται από την ιρανική επανάσταση και την εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως η αναμφισβήτητη ιστορικότητα του αντικειμένου που αποφασίσαμε να μελετήσουμε, μας αναγκάζει -κατά κάποιο τρόπο- να εισάγουμε στην έρευνά μας την διάσταση αυτή εν είδη ανεξάρτητης μεταβλητής. Γεγονός, που θα μας επιτρέψει να συμβάλλουμε στην πλήρωση ενός κενού που χαρακτηρίζει το βλέμμα με το οποίο βλέπει η κοινωνική ψυχολογία την πραγματικότητά της, και που μέχρι τώρα της στερούσε έτσι την πληρότητα που θα μπορούσε να έχει, ως εσχάρα ανάγνωσης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, έτσι όπως αυτό προσλαμβάνεται, αφομοιώνεται και διοχετεύεται εκ νέου για επανεκτίμηση, από το κοινωνικό υποκείμενο…

Δεν θα θέλαμε εκληφθεί αυτή μας η φιλοδοξία υπερβολική ή υπερφίαλη. Θεωρούμε ωστόσο πως εκτός από εφικτή είναι και αναγκαία: συνθήκη απαραίτητη –αν όχι ικανή- για την επιβίωση της κοινωνικής ψυχολογίας ως επιστημονικό εργαλείο ανάλυσης και εξήγησης της ιδεολογίας, της οποίας είναι συν-παραγωγός, συμμέτοχος και αποδέκτης… 

Θα ήταν προφανώς σφάλμα επιστημολογικό, αλαζονεία μεθοδολογική και παντελής έλλειψη συνείδησης των ορίων της θεωρητικής μας επάρκειας, αν σκοπεύαμε -ή έστω φιλοδοξούσαμε- να ενσωματώσουμε στην κοινωνιοψυχολογική έρευνα γενικά και στην παρούσα ειδικά, τα μεθοδολογικά εργαλεία, τους επιστημολογικούς προσανατολισμούς και το θεωρητικό υπόβαθρο του ιστορικού, όσο προκλητικό και αν είναι παρόμοιο εγχείρημα. Εξίσου πολλαπλώς εσφαλμένη θα ήταν εντούτοις -και κατά τη γνώμη μας καταδικασμένη εκ των προτέρων σε παταγώδη αποτυχία- η προσέγγιση ενός τόσο σύνθετου φαινομένου, όπως είναι η άσκηση της πολιτικής βίας και η τρομοκρατία, αν –στο όνομα της επιστημονικής αντικειμενικότητας του «καλού ερευνητή», στο όνομα δηλαδή της πολιτικής ορθότητας και του πειθήνιου ακαδημαϊκού πολίτη- γινόταν, όπως συνήθως γίνεται εξάλλου, απογυμνωμένη από το πολλαπλό –ενίοτε και αντιφατικό- ιδεολογικό του υπόβαθρο, απονευρωμένη από τις εξίσου δαιδαλώδεις κοινωνιακές αναφορές και κοινωνικές καταβολές του και, προφανώς, αποπλαισιωμένη από την ιστορική του υπόσταση.

Ήδη στην έρευνά μας το 2003 είχαμε συνείδηση του γεγονότος, γι΄αυτό και επιχειρήσαμε μια σχετικά σφαιρική προσέγγιση της τρομοκρατίας μέσα από τα μάτια του κοινωνικού υποκειμένου, εγγράφοντας ακριβώς τις προσλαμβάνουσες του υπό μελέτη πληθυσμού για το συγκεκριμένο θέμα, στο γενικότερο ιδεολογικό του πλαίσιο ή, πιο απλά, στην γενικότερη κοσμοθεωρία του, επιλύοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο ένα τμήμα του προβλήματος: εγκαλώντας, δηλαδή, τον ερευνητικό πληθυσμό να εκφράσει τον βαθμό προσκόλλησής του σε δοξασίες όπως αυτή του δίκαιου κόσμου, να τοποθετηθεί απέναντι στον κανόνα της συνεκτικότητας, να εκφράσει τις ατομικιστικές ή ολιστικές του απόψεις και να πάρει θέση πάνω σε ζωτικά ζητήματα της κοινωνιακής και πολιτικής επικαιρότητας, σε μεγάλο βαθμό ρυθμιστικά –και οπωσδήποτε ενδεικτικά- του ευρύτερου ιδεολογικο-πολιτικού προσανατολισμού του, προσπαθήσαμε να λάβουμε υπόψη μας την «ιστορικότητα» του κοινωνικού υποκειμένου. Με άλλα λόγια, για να μην το εγκλωβίσουμε τεχνηέντως θέτοντας του απομονωμένα το μονοσήμαντο ερώτημα γύρω από τις πεποιθήσεις του για την τρομοκρατία, επιχειρήσαμε να εντάξουμε τις απαντήσεις του, μέσα στον γενικότερο τρόπο σκέψης και κατά δήλωση συμπεριφοράς του.

Το ερώτημα δηλαδή που οφείλουμε να θέσουμε πλέον δεν είναι άλλο από αυτό της συνέχειας ή μη (με την ιστορική έννοια του όρου) της αναπαραστασιακής λογικής που διέπει το κοινωνικό υποκείμενο, κάθε φορά που εγκαλείται να πάρει θέση απέναντι στο φαινόμενο της τρομοκρατίας και της άσκησης μη-κρατικής πολιτικής βίας γενικότερα, σε συνδυασμό όμως με την ιστορική διαδρομή των συγκρουσιακών αυτών «πρακτικών».

Υπό την έννοια αυτή, είναι προφανές πως παίρνουμε σαφείς αποστάσεις από τις έρευνες με τις «ιστορίες ζωής», τόσο δημοφιλείς στον χώρο της Κλινικής Κοινωνικής Ψυχολογίας ή, για το ακριβέστερο, της Κλινικής Κοινωνιολογίας, επειδή θεωρούμε ότι δεν πληρούν την στοιχειώδη, κατά τη γνώμη μας, προϋπόθεση που καλείται να πληροί μια ερευνητική προσέγγιση για να μπορεί να θεωρηθεί ότι εντάσσεται -έστω και υπό διασταλτική ερμηνεία- στον χώρο της Κοινωνικής Ψυχολογίας: δηλαδή, την θεωρητική, μεθοδολογική και επιστημολογική διάρθρωση μεταξύ διαφορετικών επιπέδων ανάλυσης, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η άρση των επίπλαστων στεγανών ανάμεσα στο άτομο, τη συλλογικότητα, την κοινωνία και την ιδεολογία. Ίδιες αποστάσεις κρατάμε επίσης και από τις έρευνες εκείνες που εντάσσονται στα πλαίσια του επιστημολογικού αναστοχασμού της Κριτικής Ψυχολογίας, για τον απλούστατο λόγο ότι στις μελέτες αυτές, εκτός από την ίδια απουσία εκφοράς διαρθρωτικού λόγου, η εισαγωγή της ιστορικής διάστασης επιχειρείται περισσότερο υπό την έννοια του αντικειμένου μελέτης και λιγότερο υπό την έννοια της ανεξάρτητης ή, έστω, εγκαλούμενης μεταβλητής.

Φτάνουμε έτσι στον πέμπτο και τελευταίο λόγο για τον οποίο η τρομοκρατία και η μη-κρατική πολιτική βία κέντρισε σε επιστημολογικό –αλλά και σε θεωρητικό, πλέον- επίπεδο το ενδιαφέρον μας. Βλέπετε, η πολυμορφικά συγκρουσιακή υφή των φαινομένων αυτών, εγείρει ζητήματα συγκινησιακού, πρακτικού, πολιτικού, ηθικού και ιδεολογικού χαρακτήρα τόσο στο επίπεδο του ατόμου ως δέκτη αλλά και ως πομπού «τρομοκρατικών» ενεργειών, όσο και σε εκείνα –ως πομπού και δέκτη, πάντοτε- της ομάδας, των ευρύτερων κοινωνικών κατηγοριών, καθώς και της κοινωνίας της ίδιας. Με άλλα λόγια, η μελέτη των φαινομένων της τρομοκρατίας και της μη-κρατικής πολιτικής βίας, προσφέρει κατ’ αρχάς στον κοινωνικό ψυχολόγο τη σπάνια δυνατότητα να υπερβεί την επιστημολογικά έωλη, θεωρητικά άγονη και ιδεολογικά ύποπτη συνήθη διπολική κατάτμηση του κοινωνικο-ιστορικού γίγνεσθαι σε άτομα και ομάδες. Του προσφέρει όμως, κυρίως, τη δυνατότητα να υπερβεί το τρίπολο του ατομικού, συλλογικού και κοινωνικού υποκειμένου, υπό την έννοια ότι καθιστά πλέον εφικτή την διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο συνδέονται αυτοί οι τρεις πόλοι μεταξύ τους, και, κατά κύριο λόγο, συναντώνται στο επίπεδο του κοινωνιακού πόλου, ο οποίος, σε αντίθεση με τούς υπόλοιπους είναι φορέας, κομιστής και παραγωγός της ιστορίας του…

Οδηγούμαστε κατ’ αυτόν τον τρόπο στους ιδεολογικούς λόγους για τους οποίους κρίναμε χρήσιμη, σκόπιμη και αναγκαία την διερεύνηση των φαινομένων της τρομοκρατίας και της μη-κρατικής πολιτικής βίας, από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας.

Ο πρώτος –και σημαντικότερος, ίσως- λόγος είναι η συνείδηση του γεγονότος ότι η τρομοκρατία, προτού καν αποτελέσει αντικείμενο ορισμού, είναι ένα όνομα, το προϊόν μιας ονομασίας με τρομακτικές επιπτώσεις, τόσο εξαιτίας της σημασίας που το όνομα αυτό προσδίδει στην πραγματικότητα στην οποία παραπέμπει,  όσο και εξαιτίας της πολιτικής και αστυνομικής μεταχείρισης που η ονομασία αυτή θα επιφέρει στους κομιστές της. Η λέξη «τρομοκρατία» υποτίθεται ότι κατονομάζει το Κακό, τη σύγχρονη μορφή του απόλυτου Κακού. Ωστόσο, η ονομασία αυτή δεν είναι «ξεκάρφωτη»: σέρνει πίσω της ολόκληρο αστερισμό άλλων όρων: η τρομοκρατία είναι πρώτα-πρώτα ένα αστερισμός λέξεων, ένα οργανόγραμμα σημασιών, ένα σύνολο αξιών και εικόνων που προσαρτώνται σ’ αυτήν. Όπως πολύ ορθά παρατηρεί ο Frιdιric Neyrat : «Από τη στιγμή που χαρακτηριστεί κάποιος τρομοκράτης, μια ομάδα ή ένα Κράτος, επαναχαρακτηρίζεται συγκυριακά ολόκληρη  η πολιτική, ηθική, δεοντολογική θρησκευτική και πολιτισμική πραγματικότητα. Αυτός ο απόλυτος επαναπροσδιορισμός της κατάστασης, που αναγκάζει την τρομοκρατία να γίνει δηλαδή ένα απόλυτο σημαίνον φαινόμενο, λειτουργεί με τρόπο αποκλειστικά και μόνο διπολικό: ο τρομοκράτης είναι απόλυτα και τελείως κακός. Κι όποιος είναι απέναντί του, είναι με τη μεριά του Καλού, στην πλευρά του «Δίκαιου Πολέμου»…

Με άλλα λόγια, ο πρώτος λόγος που, ιδεολογικά, μας έκανε να θεωρήσουμε πως ήταν χρέος μας, ως κοινωνικοί ψυχολόγοι, να μελετήσουμε τα φαινόμενα της τρομοκρατίας και της μη-κρατικής πολιτικής βίας, βρίσκεται στη σύνθετη φύση και προέλευσή τους έτσι όπως αυτές βιώνονται, προσλαμβάνονται, εξηγούνται, ερμηνεύονται και αντιμετωπίζονται, από το κοινωνικό υποκείμενο φυσικά – δηλαδή, πρωτίστως, σε αναπαραστασιακό επίπεδο- ,αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται, χρησιμοποιούνται και εξαργυρώνονται από την Πολιτεία στις διάφορες εκδοχές της -δηλαδή κατ΄αποκλειστικότητα σε θεσμικό και επικοινωνιακό επίπεδο.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε την περίπτωση της Αστυνομίας, για παράδειγμα, και το –περισσότερο ευήχως πλέον επονομαζόμενο- αρμόδιο γι΄αυτήν υπουργείο, το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη που μέσω της αστυνόμευσης των πολιτών και τη λήψη μέτρων καταστολής (αλλά πλέον και πρόληψης, η οποία σηματοδοτεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εσωτερική λογική της νέας αυτής μορφής αστυνομικής κυριαρχίας) θεωρούν ότι θα καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την τρομοκρατία.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε επίσης το Ελληνικό Κοινοβούλιο και το ομολογουμένως ευηχέστατο Υπουργείο Δικαιοσύνης,Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων τα οποία θεσπίζοντας και εφαρμόζοντας, αντίστοιχα, ειδικούς νόμους για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας ευελπιστούν πως θα απο-νομιμοποιήσουν την εναπομείνασα ιδεολογία της και, προφανώς, την αιματηρή πρακτική της.

Δεν έχουμε παρά να σκεφτούμε, τέλος, τα Μ.Μ.Ε., ηλεκτρονικά και μη, που δημοσιοποιώντας και την παραμικρή λεπτομέρεια κάθε πραγματικής -ή φερόμενης ως τέτοιας- τρομοκρατικής ενέργειας, υψώνοντας τους τόνους προς όλες τις κατευθύνσεις και προσφέροντας βήμα σε οποιονδήποτε αυτοχρισμένο -περισσότερο ή λιγότερο υστερικό- «ειδήμονα», καλλιεργούν ένα ήδη συναισθηματικά και ιδεολογικά υπερφορτισμένο κλίμα ανασφάλειας, είτε τρέφοντας φρούδες ελπίδες ότι θα βοηθήσουν έτσι την κοινωνία να απομονώσει τους εναπομείναντες (και εν δυνάμει) τρομοκράτες, να αποδομήσει τη «λογική» τους και να εξουδετερώσει την πρακτική τους, είτε τρέφοντας πολύ πιο βάσιμες ελπίδες, πως μ΄αυτόν τον τρόπο θα συνεισφέρουν στην δημιουργία πρόσφορου εδάφους για την λήψη ολοένα και αυστηρότερων μέτρων καταστολής και ευρύτερων μέτρων «πρόληψης» ενός φαινομένου, τροφή του οποίου είναι –και εν μέρει ιδεολογική, πολιτική και «ηθική» νομιμοποίηση- αυτή ακριβώς η κλιμάκωση ασύμμετρων απειλών, δράσεων και αντιδράσεων. 

Ο δεύτερος λόγος που, ιδεολογικά, μας ώθησε στην κοινωνιοψυχολογική μελέτη της τρομοκρατίας και της μη-κρατικής πολιτικής βίας, ήταν η συνειδητοποίηση του γεγονότος πως για να αποφύγουμε την αποσπασματική και ως εκ τούτου ιδεολογική (γιατί μη διαψεύσιμη) μελέτη της ανάδυσης και λειτουργίας αυτών των φαινομένων, ήμασταν υποχρεωμένοι να την εντάξουμε στο ευρύτερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, έτσι όπως αυτή αναδείχθηκε ευθύς αμέσως μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου στις 11 Νοεμβρίου 1989, με ό,τι αυτό μπορεί να είχε ως επακόλουθο, τόσο στο επίπεδο της γεωπολιτικής νεόδμητης πραγματικότητας, όσο και σε εκείνο της υπό σύσταση αναπαράστασής της, μέσα από τους διαύλους της μονοκρατορικής και μονοσήμαντης προπαγανδιστικής φλυαρίας του τότε πλανητάρχη G. Bush και της «ελεύθερα παρεχόμενης υποταγής» ορισμένων ευρωπαίων συμμάχων του.

Ορισμένα συστατικά στοιχεία αυτής της ιδεολογικής «παλιλλογίας», όπως:

η αποκλειστική εστίαση στην ισλαμική (και δη φονταμενταλιστική) εκδοχή της τρομοκρατίας,

η επίκληση στον επερχόμενο, αναπόφευκτο ή/και επιδιωκόμενο πόλεμο των δύο πολιτισμών ως μονόδρομο στην καταπολέμηση («αυτής») της τρομοκρατίας,

η καταχρηστική αναφορά στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον πόλεμο ενάντια στην ταυτοποιημένη θρησκευτική ετερότητα του εχθρού, και

η ακραία διπολική λογική του τύπου «εμείς» και «όλοι οι άλλοι»,

δεν είναι παρά ελάχιστες από τις αναδυόμενες παρασιτικές μεταβλητές που έρχονται να αλλοιώσουν, ακόμα και να μεταλλάξουν, τη σκέψη του κοινωνικού υποκειμένου την οποία καλούμαστε να μελετήσουμε εκ νέου, αν θέλουμε να κάνουμε δύο πράγματα:

1) να ελέγξουμε την διαψευσιμότητα της «εκλογικευτικής» υπόθεσης σχετικά με τη «νέα» τρομοκρατία, σύμφωνα με την οποία, έχουμε να κάνουμε πλέον με μια «υπερ-τρομοκρατία», η ύπαρξη της οποίας, προδήλως, καθιστά λιγότερο ασύμμετρη σε διεθνές επίπεδο οποιαδήποτε λήψη ακραίας κατασταλτικής και προληπτικής «ρύθμισης» της καθημερινότητας του παγκοσμιοποιημένου πολίτη ενώ, παράλληλα, τον μετατρέπει σε δυνητικό συνοδοιπόρο ή πρωταγωνιστή μελλοντικών τρομοκρατικών ενεργειών, ανατροφοδοτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη νομιμοποίηση της νέας, προληπτικής αστυνομικής κυριαρχίας που αναφέραμε πριν λίγο…!

2) να ξεδιαλύνουμε το ιδεολογικό κουβάρι της ίδιας αυτής «εκλογικευτικής» υπόθεσης η οποία,

αν και παραπέμπει στη θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών του Huntington (1993, 2000),

ενισχύει παραδόξως την ανταγωνιστική θεωρία του John Mearsheimer (2001) για τον πόλεμο των υπερδυνάμεων,

προτάσσοντας παράλληλα τον κίνδυνο που διατρέχει στις μέρες μας εξαιτίας της η (δυτική) δημοκρατία,

γεγονός που κατορθώνει σχεδόν το ακατόρθωτο: να φέρει τη συγκεκριμένη θεώρηση σε σύγκρουση με την θεωρία του τέλους της ιστορίας  του Fukuyama,

ανατροφοδοτώντας την ταυτόχρονα, δεδομένου ότι, ως γνωστόν, βασικό αξίωμα αυτής της θεωρίας  είναι η νομοτελειακή και οριστική επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των δικτατοριών, γεγονός που θα αποτελέσει, κάποτε, για τους λαούς όλου του κόσμου, την ύστατη εγγύηση ενάντια στον πόλεμο, μέσα από το τέλος των ιδεολογιών και την απλόχερη προσφορά σε όλους του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους…

Φτάνουμε έτσι στον ύστατο ιδεολογικό λόγο που μας έκανε όχι μόνο να θέλουμε να μελετήσουμε από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας την τρομοκρατία και την άσκηση μη-κρατικής πολιτικής βίας, αλλά και να πιστέψουμε ότι οφείλουμε να πράξουμε κάτι τέτοιο:

Δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την «λογική» αντίφαση πολιτικών, ηθικών και κοινωνιακών επιπτώσεων υψίστης σημασίας, που θέτει εξ ορισμού και εκ προοιμίου προκαλεί, η σύγκρουση της τρομοκρατίας με την δημοκρατία. Υπό την έννοια, ότι η μεν τρομοκρατία απειλεί –αν δεν στοχεύει κιόλας- να καταλύσει την δημοκρατία και τους θεσμούς της, η δε δημοκρατία, μεθοδεύοντας την πάλη της ενάντια στην τρομοκρατία, καταλύει η ίδια τις αρχές της, παραβιάζοντας κατάφορα τα ανθρώπινα δικαιώματα την υπεράσπιση των οποίων επαγγέλλεται… 

Μια τελευταία παρατήρηση που ενδεχομένως θα σας διευκολύνει στην κατανόηση όσων θα ακολουθήσουν από τον Γεράσιμο Προδρομίτη, σχετικά με το πώς επιχειρούμε να πετύχουμε όλα αυτά που σας εξέθεσα μόλις τώρα. Αφορά στη σύζευξη των επιστημολογικών και ιδεολογικών λόγων που μας έκαναν να ενδιαφερθούμε για την τρομοκρατία και την μη-κρατική πολιτική βία και που οδηγούν –αλλά και καταλήγουν- στην αντίληψή μας για αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «στρατευμένη» κοινωνική ψυχολογία : μια κοινωνική ψυχολογία δηλαδή που:

έχει συνείδηση ότι συμμετέχει στην παραγωγή και αναπαραγωγή ιδεολογίας (όπως συμμετέχουν και οι υπόλοιπες επιστήμες, άσχετα αν δεν το συνειδητοποιούν ή δεν το παραδέχονται),

μελετάει τους τρόπους παραγωγής, αναπαραγωγής και λειτουργίας της ιδεολογίας και, το κυριότερο,

φιλοδοξεί μέσω των ερευνητικών της ευρημάτων και των θεωρητικών της κατασκευών, να παρέμβει ενεργά στο κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό γίγνεσθαι….

----------------------------------------------------------------------------------------------

Η παρέμβαση του Γεράσιμου Προδρομίτη:

Αφού ευχαριστήσω, εκ μέρους και των δυο μας, όλους σας…για την τιμή που μας κάνετε σήμερα ….συναδέλφους, φίλους, συνεργάτες, και ξεχωριστά τους φοιτητές μας – προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς- που κατά τεκμήριο είναι οι πιο συστηματικοί αναγνώστες και οι πλέον αυστηροί κριτές των ερευνητικών και εκδοτικών δραστηριοτήτων μας,……… θα ήθελα να συμπληρώσω λίγα πράγματα σχετικά με τον παρεμβατικό χαρακτήρα, που διεκδικεί για τον εαυτό της η παρούσα έκδοση, ως δείγμα γραφής του πως αντιλαμβανόμαστε τη στόχευση της Κοινωνικής Ψυχολογίας και πως κατανοούμε το ρόλο μας ως ερευνητές.

Το βιβλίο αυτό είναι ένα επιστημονικό βιβλίο: περιλαμβάνει κείμενα γραμμένα από διάφορους κοινωνικούς ψυχολόγους, οι οποίοι εκθέτουν θεωρητικές απόψεις ή παρουσιάζουν ερευνητικά ευρήματα σχετικά με τα φαινόμενα πολιτικής βίας και τρομοκρατίας.

Δεκατρία κείμενα επιλέξαμε λοιπόν να εκθέσουμε στην κρίση του ελληνικού κοινού, με στόχο μια πρώτη ενημέρωσή του πάνω στη συνθετότητα, το ενδιαφέρον –επιστημονικό και πολιτικο-ιδεολογικό- και τις δυνατότητες που χαρακτηρίζει, παρουσιάζει και κρύβει, αντίστοιχα, η κοινωνιοψυχολογική προσέγγιση της τρομοκρατίας.

Τα κείμενα αυτά διαπνέονται από μια μεθοδολογική πολυσυλλεκτικότητα: ορισμένα αναφέρονται σε έρευνες που χρησιμοποιούν την τεχνική των συνεντεύξεων ή την τεχνική της βιογραφικής ανάλυσης, άλλα την τεχνική των δομημένων ερωτηματολογίων, άλλα πάλι αναφέρονται σε έρευνες δημοσκοπικού χαρακτήρα ενώ, κάποια άλλα, δίνουν έμφαση στα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει για τη μελέτη του φαινομένου της τρομοκρατίας η χρήση της πειραματικής μεθόδου.

Οι άξονες πάνω στους οποίους βασίσαμε την επιλογή των κειμένων υπαγορεύουν τη θεματική κατανομή τους σε γενικές ενότητες αντίστοιχες με εξηγητικά μοντέλα που προτείνει η ψυχολογική επιστήμη, και μπορούν να λειτουργήσουν ως οργανωτικές αρχές στη θεωρητική και ερευνητική εργασία όποιου επιλέξει να αναστοχαστεί πάνω στη σχέση εννοιών και σημασιών και αποπειραθεί να επεξεργαστεί συνάφειες, αλληλοπροσδιορισμούς και αιτιότητες πάνω στα ζητήματα νομιμότητας και στα διακυβεύματα νομιμοποίησης της βίας στο χώρο του πολιτικού.

·          Ορισμένα από τα επιλεγμένα αυτά κείμενα ασχολούνται σε γενικό επίπεδο με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει ή θα όφειλε να προσεγγίζει η κοινωνική ψυχολογία –κατά τη γνώμη, μας τουλάχιστον- την άσκηση μη-κρατικής πολιτικής βίας ή/και τρομοκρατίας.

·          Κάποια άλλα κείμενα, προσεγγίζουν το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της πολιτικής βίας γενικότερα, εγγράφοντάς τα στο ευρύτερο πλαίσιο των διομαδικών σχέσεων

·          Τα υπόλοιπα έξι κείμενα που περιέχονται σ’ αυτόν τον τόμο επιχειρούν όλα τους, με τον ένα ή άλλο τρόπο, να εγγράψουν τη μελέτη της κοινωνικής σκέψης γύρω από τα φαινόμενα της μη-κρατικής πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας, στο ευρύτερο αξιακό πλαίσιο του κοινωνικού υποκειμένου

Θεωρούμε λοιπόν ότι προσφέρουμε έτσι στον αναγνώστη μια αρκετά ενημερωμένη παλέτα των κύριων γραμμών μεθοδολογικού προσανατολισμού και θεωρητικής πειθαρχίας της επιστήμης της Κοινωνικής Ψυχολογίας, η οποία, φιλοδοξεί να συνεισφέρει εξηγητικά στην κατανόηση της βίας στο χώρο του πολιτικού.

Διαβάζοντας κανείς λοιπόν τα κείμενα αυτά, πέρα από την γνώση, που αποκομίζει για τους θεμελιώδεις μηχανισμούς πρόσληψης του κοινωνιο-γνωστικά κατακλυσμιαίου φαινομένου της πολιτικής βίας και για τους τρόπους ανατομίας του αυτονόητου, που κατασκευάζεται γύρω από αυτό, έχει τη δυνατότητα να σκεφτεί τα όρια των επιμέρους προσεγγίσεων και να διαγνώσει- στις πλείστες των περιπτώσεων πίσω από τις γραμμές- τους ιδεολογικούς προσδιορισμούς, που τις διέπουν.

Η ιστορία της επιστήμης μας, όπως και του συνόλου των κοινωνικών επιστημών, βρίθει, ως γνωστόν, από παραδείγματα ιδεολογικού προσδιορισμού θεματικών προς διερεύνηση και θεωρητικών επιλογών, εκ μέρους της κυρίαρχης ιδεολογίας και των κρατικών θεσμών. Τα παραδείγματα αυτά πολλαπλασιάζονται μετά την 11η Σεπτεμβρίου. …Και το πλέον εύγλωττο, ίσως και πλέον εξόφθαλμο αυτών,  αποτυπώνεται στο κείμενο του Συμβουλίου Διευθυντών της Υποεπιτροπής της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (ΑΡΑ) για την απάντηση της Ψυχολογίας στην Τρομοκρατία, το οποίο συμπεριλάβαμε στο παράρτημα του βιβλίου που έχουμε τη χαρά και την τιμή να σας παρουσιάζουμε απόψε…

Στο κείμενο αυτό ορίζεται πράγματι σαφώς ότι «η φύση του πολέμου με την τρομοκρατία είναι θεμελιωδώς ψυχολογική»,

Υπενθυμίζεται ότι «Η ψυχολογία έπαιξε σημαντικούς ρόλους κατά τη διάρκεια και των δύο Παγκόσμιων Πολέμων του περασμένου αιώνα, συνεισφέροντας επιστημονική γνώση και εξειδίκευση σε τομείς όπως η επιλογή αξιωματικών-δοκίμων, η οπτική αντίληψη και η εργονομία. Συνεπώς, και η ψυχολογία μπορεί να συνεισφέρει επιστημονική γνώση και εξειδίκευση με σκοπό την εξάλειψη της τρομοκρατίας»

Και δηλώνεται ρητά «αποφασίσαμε να μάθουμε τι βοηθά ουσιαστικά την κεντρική πολιτική και αυτούς που παίρνουν τις αποφάσεις. Συνεπώς, έχουμε δικτυωθεί με ψυχολόγους που δουλεύουν σε νευραλγικά κυβερνητικά τμήματα, όπως το Υπουργείο Άμυνας, Εσωτερικών, το FBI κλπ., και τώρα έχουμε αιτήσεις για βοήθεια από δύο από αυτούς τους φορείς».

«Η Υποεπιτροπή διερευνά επίσης τις πιθανότητες να διασφαλιστεί πως ψυχολογικές υπηρεσίες θα περιλαμβάνονται στο Νόμο περί Ετοιμότητας απέναντι στη Βιο-Τρομοκρατία (Bioterrorism Preparedness Act) του Γερουσιαστή Kennedy και προσπαθεί να συμπεριλάβει την ψυχολογία ως βασική παράμετρο στο νέο γραφείο Εσωτερικής Ασφάλειας.»

Η ανάγνωση των κειμένων του παρόντος τόμου, θα θέλαμε λοιπόν να λειτουργήσει για τους αναγνώστες, ως άσκηση επιστημονικής σκέψης: πέρα από τη μεθοδολογική αυστηρότητα, τη θεωρητική ενάργεια και συνέπεια, να γίνει πράξη το ζητούμενο του αναστοχασμού, κατά τον οποίο το υποκείμενο-τόσο ως ειδικός όσο και ως ενεργός πολίτης- σκέπτεται τους ίδιους τους όρους συγκρότησης του σκεπτικού του.

Τα κυρίαρχα ζητήματα, και για τον ειδικό και για τον πολίτη, παραμένουν ανοιχτά και συμπυκνώνονται στα δυο πρώτα άρθρα της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη της 26ης Αυγούστου 1789, την οποία επίσης συμπεριλάβαμε στο παράρτημα του παρόντος τόμου:

Άρθρο 1 - Οι άνθρωποι γεννιούνται και παραμένουν ελεύθεροι, με ίσα δικαιώματα. Κοινωνικές διακρίσεις γίνονται μόνο με γνώμονα το κοινό συμφέρον.

Άρθρο 2 - Σκοπός κάθε πολιτικής ένωσης αποτελεί η διατήρηση των φυσικών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Τα δικαιώματα αυτά είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στη βία.

Συμπυκνώνουν και τα δυο τα κύρια διακυβεύματα, στα οποία η ιστορία έκτοτε μέχρι σήμερα έχει δώσει πληθώρα απαντήσεων, αντιφατικών και εκλογικευτικών.

Σε ό,τι μας αφορά, προσπαθούμε, μέσα από τη γενικότερη ερευνητική μας δραστηριότητα γύρω από τα θέματα της μη-κρατικής πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας, να επεκτείνουμε και να εμβαθύνουμε την απάντηση, που σκιαγραφείται στην παρούσα εκδοτική απόπειρα. Το επόμενο βιβλίο μας θα σας δώσει τη δυνατότητα να κρίνετε τον βαθμό στον οποίο η προσπάθειά μας αυτή θα έχει ευοδωθεί.

Όπως και να έχει το πράγμα, κεντρικός άξονας της ερευνητικής μας προσπάθειας, είναι η ένταξη των φαινομένων μη-κρατικής πολιτικής βίας και τρομοκρατίας στο πλαίσιο μελέτης των κοινωνικών αναπαραστάσεων και των διαδικασιών κοινωνικής επιρροής.

Ο εντοπισμός των οργανωτικών αρχών, που διέπουν το αναπαραστασιακό πεδίο των φαινομένων που μελετάμε, αντιστοιχούν, στις άμεσα παρατηρήσιμες εμπειρικές πλευρές της τρομοκρατίας και υπο αυτή την έννοια συνιστούν, βάσει της θεωρίας των κοινωνικών αναπαραστάσεων, τις αντικειμενοποιήσεις (τις απεικονιστικές και απεικονισμένες μορφές κοινωνικά και πολιτικά σημαντικών τμημάτων της «τρομοκρατικής» και «τρομοκρατημένης» ζωής των σύγχρονων κοινωνιών)  των αναπαραστασιακών διακυβευμάτων, που αναφύονται γύρω από τη λέξη «τρομοκρατία»: ορισμοί της τρομοκρατίας, πρακτικά μέτρα αντιμετώπισης, γενικές αρχές και πολιτικές αντιμετώπισης, διεθνής διάσταση της καταπολέμησης της τρομοκρατίας, εξήγηση τρομοκρατικής συμπεριφοράς…

Η ανάλυσή μας αποτυπώνει καταρχήν την αντίθεση ανάμεσα στις περισσότερο και στις λιγότερο δημοφιλείς οργανωτικές αρχές. Συγκεκριμένα, από τη μια τοποθετείται ο σκληρός πυρήνας των πλέον αντιδημοφιλών οργανωτικών αρχών, ο οποίος εκφράζει την ακραία εξουσιαστική αντιτρομοκρατική λογική, που πριμοδοτεί την βίαιη καταστολή, επιτήρηση και νομιμοποίηση της διαπολιτισμικής σύγκρουσης. Το εν λόγω τμήμα αναπαράστασης της τρομοκρατίας, που παραπέμπει ευθέως στην αντιτρομοκρατική λογική της κυβέρνησης Bush, καταγράφεται ως ενάντιο στο πνεύμα των καιρών, μη συναινετικό και διεπόμενο από κομφορμιστική λογική.

Σε αντιδιαστολή, εμφανίζονται οι πλέον αποδεκτές οργανωτικές αρχές, αυτές του κοινωνικού φιλελευθερισμού και του διαπολιτισμικού διαλόγου ως γενικών αρχών της  αντιτρομοκρατικής πολιτικής, εξήγησης και ερμηνείας της τρομοκρατικής δραστηριότητας, με όρους κοινωνικής αντίδρασης. Η συγκεκριμένη συστοιχία οργανωτικών αρχών εμφανίζεται να είναι πρωτοτυπική του πνεύματος των καιρών, η αποδοχή της θεωρείται από τους συμμετέχοντες ότι  ενσαρκώνει το αίτημα αποφυγής της κοινωνικής σύγκρουσης, ενώ την ίδια στιγμή προβάλλεται ως το κεντρικό πρόταγμα μιας μειονοτικής διεκδικητικής ενεργοποίησης  ενάντια στην κατεστημένη τάξη.

Σ’ αυτό το σημείο, η ανάλυσή μας φαίνεται, να εντοπίζει την ασταθή ισορροπία, που διέπει τη δυναμική σχέση μεταξύ του μειονοτικού ακτιβισμού και του πνεύματος των καιρών, η οποία ταλανίζεται από το δυσεπίλυτο, για την κοινωνική σκέψη ζήτημα, περί του κοινωνικά αποδεκτού βαθμού και περί της επικοινωνιακά ανεκτής μορφής σύγκρουσης.

Κατά μήκος του νοητού άξονα βλέπουμε λοιπόν να αντιπαρατίθενται οι οργανωτικές αρχές της αστυνόμευσης των ξένων και της αποδοχής της παγκοσμιοποιημένης αντιτρομοκρατικής πάλης ως μη συγκρουσιακές και εκφραστικές του πνεύματος των καιρών αφενός, και αφετέρου, οι αρχές του αντιεξουσιαστικού λόγου και της απόδοσης των αιτίων της τρομοκρατίας στην κοινωνική αδικία, ως πρωτοτυπικές μιας μειονοτικής, συγκρουσιακής και εν δυνάμει εναλλακτικής λογικής.

Με άλλα λόγια, φαίνεται λοιπόν πως, συνολικά, η κοινωνική σκέψη «απορροφά» τη λογική αναντιστοιχία μεταξύ των πλειοψηφικών οργανωτικών αρχών αναπαράστασης της τρομοκρατίας, υποτάσσοντάς τες σε κανονιστικές αρχές επικέντρωσης, οι οποίες συγκαλύπτουν ή από-ενοχοποιούν το κενό μεταξύ των περιεχομένων τους.

Έτσι, η παγκοσμιοποιημένη καταπολέμηση της τρομοκρατίας και η λήψη μέτρων ενάντια στους μετανάστες, ενδύονται το σχήμα του «αυτονόητου» και «συναινετικού» όπως –άλλωστε, και κατά κύριο λόγο- η διακήρυξη προσήλωσης στην ειρηνική συνύπαρξη των πολιτισμών και στο σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων.

Ταυτόχρονα, οι δυο αυτές συστατικές διαστάσεις του συναινετικού πνεύματος των καιρών συνυπάρχουν κοινωνιο-ψυχο-λογικά μέσω της αναγνώρισης της κοινωνικής αδικίας ως μήτρας της τρομοκρατικής δράσης, μορφοποιώντας έτσι την πολιτικώς ορθή και «εξημερωμένη» -κατά κάποιο τρόπο- εκδοχή μιας εναλλακτικής σκέψης, η οποία διατηρεί αποχρώσες διαφορές από μια αντιεξουσιαστική, περισσότερο συγκρουσιακή και εν δυνάμει εναλλακτική μειονοκεντρική λογική.

Με δεδομένη τη θεώρηση της τρομοκρατικής δραστηριότητας (τόσο ως έμπρακτης βίας καθεαυτής όσο και ως απόπειρας επικοινωνιακής απεύθυνσης) ως πρωτοτυπικής εκδοχής μειονοτικής επιρροής, διαθέτουμε αρκετά θεωρητικά και μεθοδολογικά εχέγγυα προκειμένου να αναλύσουμε τις συνέπειες της ριζοσπαστικοποίησης των πεποιθήσεων γενικά και της εξτρεμιστικής προσφυγής στη βία, ειδικότερα.

Υπο αυτή την έννοια, ένα πρώτο βήμα θεμελίωσης αλλά και θωράκισης μιας «στρατευμένης» (όπως είπε ο Στάμος Παπαστάμου) Κοινωνικής Ψυχολογίας, είναι η τόλμη της αναμέτρησης με μια «δύσκολη» έννοια και η υποχρέωση αποκάλυψης..αν όχι «από-συγκάλυψης» των όρων αυτοπεριγραφής και αυτοκατανόησης της σύγχρονης κοινωνίας   

Όπως λέει και ο Καμύ στονΕπαναστατημένο Άνθρωπο : «Πάνω σε μια γη που ξέρει πια πως είναι μόνη, χωρίς Θεό, ο άνθρωπος θα προσθέσει στα εγκλήματα του παραλόγου τα εγκλήματα της λογικής, καθοδόν προς τη βασιλεία των ανθρώπων».

----------------------------------------------------------------------------------------------

Ο Ποινικολόγος Ιωάννης Βλάχος συνέδεσε τα δεδομένα, την μεθοδολογία έρευνας και τις τεχνικές των Κανονιστικών Κοινωνικών Επιστημών και των Εμπειρικών Κοινωνικών Επιστημών, γύρω από το ζήτημα της πολιτικής βίας και της τρομοκρατίας.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Ακολούθησε συζήτηση με το κοινό, με ερωτήσεις, παρεμβάσεις, τοποθετήσεις. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μικρή δεξίωση.


   

 
 
Copyright © 2000 - Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος Όροι Χρήσης Online Επισκέπτες: 33
Τελευταία ενημέρωση : 13 Οκτώβριος 2020